«Ό,τι πεις, Άρχοντα Ραντ». Το χαμόγελο του Χούριν ήταν πλατύ, σαν την πρώτη φορά που τον είχε δει.
Ο Ραντ ξερόβηξε. «Ναι. Ε, αυτό λέω».
Τον κοίταζαν και οι δύο, ο Λόιαλ με περιέργεια, ο Χούριν με σιγουριά, περιμένοντας να δουν τι θα έκανε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και διέσχισε το άσπρο πλακόστρωτο για να πάει στον κύλινδρο, ο οποίος ήταν σκεπασμένος από σύμβολα. Μικρές αράδες από κάποια άγνωστη γλώσσα περικύκλωναν κάθε σύμβολο, αλλόκοτα γράμματα που έρεαν, αποτελούμενα από καμπύλες και σπείρες, συνέχιζαν με γωνίες και τεθλασμένες, και μετά ξανάρχιζαν να ρέουν. Τουλάχιστον δεν ήταν γραφή των Τρόλοκ. Ο Ραντ ακούμπησε απρόθυμα τα χέρια στη στήλη. Στο βλέμμα φαινόταν όμοια με κάθε στεγνό, γυαλισμένο λίθο, αλλά στην αφή είχε μια αλλόκοτη, γλιστερή αίσθηση, σαν λαδωμένο μέταλλο.
Έκλεισε τα μάτια και σχημάτισε τη φλόγα. Το κενό ήρθε αργά, διστακτικά. Ήξερε ότι το απομάκρυνε ο φόβος του, ο φόβος γι’ αυτό που επιχειρούσε. Όσο γοργά κι αν έστελνε το φόβο στη φλόγα, ερχόταν πάντα άλλος.
Ο πυρήνας του αιωρήθηκε στην αδειανωσύνη. Μπορούσε να δει το φως —το σαϊντίν— ακόμα και με τα μάτια κλειστά, να νιώσει τη ζέστη του που τον περιέβαλλε, που περιέβαλλε τα πάντα, που διαπότιζε τα πάνια. Το φως τρεμούλιαζε, σαν φλόγα κεριού που τη βλέπει κανείς μέσα από ψιλό χαρτί όπου έχει πέσει λάδι. Ταγγισμένο λάδι. Βρωμερό λάδι.
Άπλωσε προς εκεί —δεν ήταν σίγουρος πώς άπλωσε, αλλά ήταν κάτι, μια κίνηση, μια έκταση προς το φως, προς το
Προσπάθησε απελπισμένα να σχηματίσει στο νου του την εικόνα του λακκώματος όπως ήταν πριν, με τον Ίνγκταρ και τους λογχοφόρους να κοιμούνται πλάι στα άλογά τους, με τον Ματ και τον Πέριν, και την Λίθο να κείτεται θαμμένη, με μόνο την άκρη να προβάλλει. Τη σχημάτισε έξω από το φως, πιασμένος από το κέλυφος της αδειανωσύνης που τον κύκλωνε. Προσπάθησε να ενώσει την εικόνα με το φως, προσπάθησε να τα αναγκάσει να ενωθούν. Το λάκκωμα όπως ήταν, με τον Λόιαλ και τον Χούριν και τον ίδιο εκεί μαζί. Το κεφάλι του πονούσε. Μαζί, με τον Ματ και τον Πέριν και τους Σιναρανούς. Που φλέγονταν, στο κεφάλι του. Μαζί!
Το κενό έσπασε, έγινε χίλια κοφτερά θραύσματα, τα οποία έκοψαν το μυαλό του.
Τρέκλισε προς τα πίσω, τρέμοντας, με μάτια ορθάνοιχτα. Τα χέρια του πονούσαν, επειδή πίεζε τη Λίθο, και τα μπράτσα και οι ώμοι του τρεμούλιαζαν από την ένταση· το στομάχι του αναγούλιαζε από την αίσθηση της βρώμας που τον σκέπαζε, και το κεφάλι του... Προσπάθησε να καταλαγιάσει την αναπνοή του. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί. Όταν το κενό έφευγε, χανόταν σαν φούσκα που είχε σκάσει, απλώς χανόταν, όσο ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια. Δεν είχε σπάσει ποτέ σαν γυαλί. Ένιωθε το κεφάλι του μουδιασμένο, λες και είχε κοπεί χίλιες φορές, τόσο γρήγορα που ο πόνος δεν είχε έρθει ακόμα. Αλλά το κάθε κόψιμο το είχε νιώσει αληθινό, σα να ήταν από μαχαίρι. Άγγιξε τον κρόταφό του, και ξαφνιάστηκε που δεν είδε αίμα στα δάχτυλα.
Ο Χούριν ακόμα έστεκε και τον παρακολουθούσε με εμπιστοσύνη. Αν μη τι άλλο, ο μυριστής λεπτό το λεπτό φαινόταν ακόμα πιο σίγουρος. Ο Άρχοντας Ραντ έκανε κάτι. Γι’ αυτό είχαν τους άρχοντες. Προστάτευαν τη γη και τους ανθρώπους με το σώμα και τη ζωή τους, και όταν γινόταν κάτι κακό, το επανόρθωναν και επέβαλλαν το δίκαιο και το σωστό. Όσο ο Ραντ έκανε κάτι, οτιδήποτε, ο Χούριν θα είχε εμπιστοσύνη ότι όλα στο τέλος θα διορθώνονταν. Αυτή ήταν η δουλειά των αρχόντων.
Ο Λόιαλ έδειχνε αλλιώς, καθώς έσμιγε τα φρύδια με μια δόση περιέργειας, αλλά και το δικό του βλέμμα ήταν στον Ραντ. Ο Ραντ αναρωτήθηκε τι άραγε να σκεφτόταν.
«Άξιζε να δοκιμάσω», τους είπε. Η αίσθηση του ταγγισμένου λαδιού μέσα στο κεφάλι του