Ο στρατιώτης κοίταξε εξεταστικά τον Ραντ και το πάνω χείλος του τρεμούλιασε αποκαλύπτοντας τα δόντια του. Ο Ραντ δεν πίστεψε πως σκόπευε να χαμογελάσει. «Λοιπόν», είπε τελικά ο Τσάνγκου. «Λοιπόν. Είσαι ψηλός, ε; Ψηλός. Και κάποιος σαν του λόγου σου, να φορά τέτοια φανταχτερά ρούχα. Σ’ έπιασε κανένας όταν ήσουν μικρός, εκεί στα Ανατολικά Σύνορα, και σε δάμασε;» Έσυρε βροντερά τις αμπάρες και τράβηξε την πόρτα. «Άντε, αν θέλετε να μπείτε». Πήρε χλευαστικό τόνο. «Πρόσεχε μην κουτουλήσεις το κεφάλι σου, Άρχοντά μου».

Δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος· η πόρτα ήταν αρκετά ψηλή, ακόμα και για τον Λόιαλ. Ο Ραντ ακολούθησε την Εγκουέν, σμίγοντας τα φρύδια, ενώ αναρωτιόταν μήπως αυτός ο Τσάνγκου ήθελε να τους μπλέξει σε καμιά φασαρία. Ήταν ο πρώτος αγενής Σιναρανός που συναντούσε ο Ραντ· ακόμα και ο Μασέμα ήταν ψυχρός, όχι αγενής. Αλλά ο τύπος αυτός έκλεισε την πόρτα με κρότο και έσυρε τις βαριές αμπάρες, και μετά πήγε στα ράφια που υπήρχαν πέρα από το τραπέζι και πήρε μια από τις λάμπες που ήταν εκεί. Ο άλλος άνδρας δεν σταμάτησε στιγμή να ακονίζει το μαχαίρι του, δεν σήκωσε καν το βλέμμα. Το δωμάτιο ήταν άδειο, είχε μόνο το τραπέζι, πάγκους και ράφια, ενώ στο πάτωμα υπήρχαν άχυρα, και πιο πέρα μια πόρτα με σιδερένιο δέσιμο, η οποία οδηγούσε ακόμα βαθύτερα.

«Θα θέλετε και φωτάκι», είπε ο Τσάνγκου, «εκεί στα σκοτάδια, με τον Σκοτεινόφιλο φίλο σας». Γέλασε βραχνά, χωρίς καθόλου ευθυμία, και άναψε τη λάμπα. «Σε περιμένει». Έδωσε τη λάμπα στην Εγκουέν και άνοιξε την εσωτερική πόρτα σχεδόν βιαστικά. «Σε περιμένει. Εκεί, στο σκοτάδι».

Ο Ραντ κοντοστάθηκε ανήσυχα, με το σκοτάδι να απλώνεται παραπέρα και τον Τσάνγκου πίσω του, αλλά η Εγκουέν τον έπιασε από το μανίκι και τον τράβηξε. Η πόρτα βρόντηξε, πιάνοντας σχεδόν τη φτέρνα του· οι αμπάρες έκλεισαν με κρότο. Μόνο το φως της λάμπας υπήρχε, μια λιμνούλα γύρω τους στο σκοτάδι.

«Είσαι σίγουρη ότι θα μας αφήσει να βγούμε;» ρώτησε την Εγκουέν. Τώρα συνειδητοποιούσε ότι ο άλλος δεν είχε κοιτάξει καν το σπαθί και το τόξο του, δεν είχε ρωτήσει τι είχε στα πράγματά του. «Δεν είναι ευσυνείδητοι σκοποί. Πού ξέρει αν δεν ήρθαμε να ελευθερώσουμε τον Φάιν;»

«Με ξέρουν καλά», είπε εκείνη, αλλά φαινόταν μπερδεμένη, και πρόσθεσε, «Κάθε φορά που έρχομαι μοιάζουν χειρότεροι. Όλοι οι φρουροί. Πιο κακοί, πιο άγριοι. Ο Τσάνγκου έλεγε αστεία την πρώτη φορά που ήρθα, και τώρα ο Νιντάο δεν ανοίγει καθόλου το στόμα του. Αλλά φαντάζομαι ότι δεν σου ξαλαφρώνει την καρδιά το να δουλεύεις σε τέτοιο μέρος. Μπορεί να είναι ιδέα μου. Νιώθω το μέρος να πλακώνει και τη δική μου καρδιά». Παρά τα λόγια της, τον τράβηξε πίσω της στο σκοτάδι, προχωρώντας με άνεση. Ο Ραντ ακούμπησε το ελεύθερο χέρι στο σπαθί του.

Το αμυδρό φως της λάμπας έδειχνε ένα φαρδύ προθάλαμο με επίπεδες σιδερένιες γρίλιες στα αριστερά και τα δεξιά, στις προσόψεις των κελιών με τους πέτρινους τοίχους. Από τα κελιά που είχαν περάσει, μόνο δύο ήταν κατειλημμένα. Οι φυλακισμένοι ανακάθιζαν στα στενά κρεβάτια τους, όταν τους χτυπούσε το φως, προστατεύοντας τα μάτια με τα χέρια και αγριοκοιτάζοντας τον Ραντ και την Εγκουέν μέσα από τα δάχτυλά τους. Αν και τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα, ο Ραντ ήταν σίγουρος πως τους αγριοκοίταζαν. Τα μάτια τους λαμπύριζαν στο φως της λάμπας.

«Αυτού εδώ του αρέσει να μεθά και να καυγαδίζει», μουρμούρισε η Εγκουέν, δείχνοντας έναν σωματώδη άνδρα με βουλιαγμένες τις αρθρώσεις των δαχτύλων του. «Αυτή τη φορά έκανε μονάχος του φύλλο και φτερό την κοινή αίθουσα ενός πανδοχείου της πόλης και τραυμάτισε σοβαρά μερικούς ανθρώπους». Ο άλλος φυλακισμένος φορούσε χρυσοκέντητο παλιό με φαρδιά μανίκια και κοντές μπότες που άστραφταν. «Πήγε να φύγει από την πόλη χωρίς να πληρώσει το λογαριασμό του στο πανδοχείο» —η Εγκουέν ξεφύσηξε δυνατά καθώς το έλεγε· ο πατέρας της ήταν πανδοχέας, όπως επίσης και Δήμαρχος του Πεδίου του Έμοντ— «και χωρίς να πληρώσει σε πεντ’ έξι ακόμα μαγαζάτορες κι εμπόρους αυτά που τους χρωστούσε».

Οι άνδρες τους έλουσαν με μουγκρητά και βλαστήμιες, χειρότερες απ’ ό,τι είχε ακούσει ποτέ ο Ραντ από τους φρουρούς των εμπόρων που έρχονταν στο χωριό του.

«Κι αυτοί επίσης κάθε μέρα χειροτερεύουν», είπε η Εγκουέν με πνιγμένη φωνή, και τάχυνε το βήμα.

Ήταν τόσο μπροστά του, όταν έφτασαν στο κελί του Πάνταν Φάιν, που ήταν πέρα στην άκρη, που η λάμπα δεν φώτιζε τον Ραντ. Στάθηκε εκεί, στις σκιές πίσω της.

Ο Φάιν καθόταν στο κρεβάτι του, γέρνοντας μπροστά με προσμονή, σαν να περίμενε, όπως είχε πει ο Τσάνγκου. Ήταν κοκαλιάρης με διαπεραστικό βλέμμα, με μακριά χέρια και μεγάλη μύτη, πιο ισχνός απ’ όσο τον θυμόταν ο Ραντ. Δεν ήταν ισχνός από τη ζωή στο μπουντρούμι —το φαγητό εδώ ήταν ίδιο με των υπηρετών, και δεν στερούσαν φαγητό ακόμα και στον χειρότερο φυλακισμένο— αλλά απ’ αυτά που είχε κάνει προτού έρθει στο Φαλ Ντάρα.

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги