Ο Ντόμον αναστέναξε και κάθισε σ’ ένα τραπέζι στη γωνία, μόνος του. Καιρχινοί, αυτή τη φορά. Πήρε ένα κύπελλο με καστανόχρωμη μπύρα από μια υπηρέτρια και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά. Όταν κατέβασε το κύπελλο, οι τρεις άνδρες με τα ριγέ σακάκια στέκονταν πλάι στο τραπέζι του. Έκανε μια αδιόρατη κίνηση, για να δείξει στη Νιέντα ότι δεν χρειαζόταν τον Μπίλι.
«Ο Καπετάνιος Ντόμον;» Κανείς από τους τρεις δεν είχε κάτι χαρακτηριστικό, αλλά ο ομιλητής είχε έναν αέρα που έκανε τον Ντόμον να τον πάρει για αρχηγό τους. Δεν φαινόταν να έχουν όπλα· παρά τα ωραία ρούχα τους, δεν έδειχναν να τα χρειάζονται. Αυτά τα συνηθισμένα πρόσωπα είχαν μάτια γεμάτα σκληρότητα. «Ο Καπετάνιος Ντόμον, του
Ο Ντόμον συμφώνησε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι, και οι τρεις άνδρες κάθισαν, χωρίς να περιμένουν πρόσκληση. Ο ίδιος άνδρας συνέχισε την κουβέντα· οι άλλοι δύο απλώς κοίταζαν, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν συχνά τα βλέφαρα.
«Καπετάνιε Ντόμον, έχουμε ένα σημαντικό πρόσωπο, το οποίο πρέπει να μεταφερθεί από το Μαγιέν στο Ίλιαν».
Ο άνδρας δεν φάνηκε να ενοχλείται από τη διακοπή. «Ακούσαμε ότι εγκαταλείπεις το εμπόριο στο ποτάμι».
«Μπορεί να το παρατάω, μπορεί και όχι. Δεν αποφάσισα». Όμως το είχε πάρει απόφαση. Δεν θα ξανανέβαινε το ποτάμι, δεν θα ξαναπήγαινε στις Μεθόριες, ακόμα και για όλα τα μετάξια που μετέφεραν τα πλοία των Δακρινών. Οι Σαλδικές γούνες και οι παγοπιπεριές δεν το άξιζαν πια, και δεν είχε σχέση με τον ψεύτικο Δράκοντα, για τον οποίο είχε ακούσει εκεί. Για μια ακόμα φορά όμως αναρωτήθηκε πώς να είχε μαθευτεί. Δεν το είχε πει σε κανέναν, αλλά το ήξεραν και οι άλλοι.
«Μπορείς να φτάσεις εύκολα ως το Μαγιέν, πλέοντας κοντά στην ακτή. Σίγουρα, Καπετάνιε, δεν θα είχες αντίρρηση να πας από τα ρηχά για χίλια χρυσά μάρκα».
Ο Ντόμον, άθελά του, γούρλωσε τα μάτια. Ήταν τα τετραπλάσια από την τελευταία προσφορά, που κι εκείνη τον είχε αφήσει να χάσκει. «Τι θέλετε να φέρω για τόσα λεφτά; Την ίδια την Πρώτη του Μαγιέν; Το Δάκρυ τελικά την ανάγκασε να φύγει, λοιπόν;»
«Δεν χρειάζεσαι ονόματα, Καπετάνιε». Ο άνδρας ακούμπησε ένα μεγάλο δερμάτινο πουγκί στο τραπέζι, και μια σφραγισμένη περγαμηνή. Το πουγκί κουδούνισε βαριά, καθώς το έσπρωχνε στο τραπέζι. Ο μεγάλος κόκκινος κέρινος κύκλος, ο οποίος κρατούσε την περγαμηνή κλειστή, είχε τον πολυάκτινο Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν. «Διακόσια προκαταβολή. Για χίλια μάρκα, νομίζω ότι δεν χρειάζεσαι ονόματα. Δώσε το αυτό, με τη σφραγίδα γερή, στον Λιμενάρχη του Μαγιέν, κι εκείνος θα σου δώσει ακόμα τριακόσια και τον επιβάτη σου. Θα σου δώσω τα υπόλοιπα όταν παραδώσεις τον επιβάτη εδώ. Αρκεί να μην έχεις προσπαθήσει να ανακαλύψεις την ταυτότητά του».
Ο Ντόμον πήρε μια βαθιά ανάσα.
Άπλωσε το χέρι για να πάρει το πουγκί, και ο μοναδικός συνομιλητής του τον έσφιξε από τον καρπό. Ο Ντόμον τον αγριοκοίταξε, αλλά εκείνος του ανταπέδωσε ατάραχος το βλέμμα.
«Πρέπει να σαλπάρεις το συντομότερο δυνατόν, Καπετάνιε».
«Μόλις χαράξει», μούγκρισε ο Ντόμον, και ο άλλος ένευσε και τον άφησε.
«Μόλις χαράξει, λοιπόν, Καπετάνιε Ντόμον. Μην ξεχνάς ότι οι διακριτικοί άνθρωποι επιζούν για να ξοδέψουν τα λεφτά τους».