Εξέτασε εξονυχιστικά τις σφραγίδες και την υπογραφή, κρατώντας το έγγραφο κοντά στη λάμπα, με τη μύτη του να χαϊδεύει σχεδόν την περγαμηνή, μα δεν βρήκε κανένα σφάλμα, κι όσο για την υπογραφή, δεν είχε ιδέα για το γραφικό χαρακτήρα του Γκάλντριαν. Υποψιαζόταν πως, αν δεν ήταν ο ίδιος ο Βασιλιάς που το είχε υπογράψει, τότε ήταν κάποιος που είχε μιμηθεί καλά τη τζίφρα του Γκάλντριαν. Ό,τι και να ’ταν, δεν άλλαζε τίποτα. Στο Δάκρυ, αυτό το γράμμα θα ήταν η καταδίκη κάδε Ιλιανού που θα το είχε στα χέρια του. Ή στο Μαγιέν, που η Δακρινή επιρροή ήταν τόσο μεγάλη. Δεν υπήρχε πόλεμος τώρα, και άνθρωποι και από τα δύο λιμάνια πηγαινοέρχονταν ελεύθερα, αλλά στο Δάκρυ έβλεπαν τους Ιλιανούς με μισό μάτι, και το αντίστροφο. Ειδικά τώρα που υπήρχε τέτοιο πρόσχημα.
Για μια στιγμή, σκέφτηκε να ρίξει την περγαμηνή στη φλόγα της λάμπας —ήταν επικίνδυνη στην κατοχή του, είτε στο Δάκρυ είτε στο Ίλιαν, ή όπου αλλού μπορούσε να φανταστεί— αλλά στο τέλος την έχωσε προσεκτικά σε ένα κρυφό ντουλαπάκι πίσω από το γραφείο του, το οποίο ήταν σκεπασμένο από ένα μέρος της επένδυσης του τοίχου, που μόνο αυτός ήξερε πώς άνοιγε.
«Τα υπάρχοντά μου, ε;»
Συνέλεγε παλιά αντικείμενα, όσο μπορούσε, έτσι όπως ζούσε στο καράβι. Αυτά που δεν μπορούσε να τα αγοράσει, επειδή ήταν πολύ ακριβά ή πολύ μεγάλα, τα συνέλεγε με το να τα βλέπει και να τα θυμάται. Όλα αυτά τα ενθυμήματα των περασμένων καιρών, αυτά τα θαύματα τα σκορπισμένα στον κόσμο, ήταν που τον είχαν δελεάσει για να μπαρκάρει όταν ήταν μικρός. Είχε προσθέσει τέσσερα στη συλλογή του από το Μάραντον στο τελευταίο ταξίδι του, και τότε είχαν αρχίσει να τον καταδιώκουν οι Σκοτεινόφιλοι. Και οι Τρόλοκ, επίσης, για ένα διάστημα. Είχε ακούσει ότι η Ασπρογέφυρα είχε καεί ολοσχερώς μόλις είχε φύγει από κει, και είχαν ακουστεί φήμες για Μυρντράαλ, όπως και για Τρόλοκ. Όλα μαζί τον είχαν πείσει, αρχικά, ότι δεν έβγαζε πράγματα από το μυαλό του, και αυτά ακριβώς τον είχαν προειδοποιήσει να φυλάγεται, όταν του είχαν προσφέρει την πρώτη εκείνη παράδοξη αποστολή, δίνοντάς του πολλά λεφτά για ένα απλό ταξίδι στο Δάκρυ, με εξήγηση μια ιστορία που έμπαζε νερά από πανιού.
Έψαξε στο σεντούκι και έβγαλε στο γραφείο αυτά που είχε αγοράσει από το Μάραντον. Ένα φωτόραβδο, απομεινάρι της Εποχής των Θρύλων, ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν. Το σίγουρο ήταν ότι κανείς δεν ήξερε πια να τα κατασκευάζει. Ήταν ακριβό, πιο σπάνιο κι από τίμιο δικαστή. Έμοιαζε με απλή γυάλινη ράβδο, ήταν πιο χοντρό από τον αντίχειρά του και κάπως κοντύτερο από τον πήχυ του, αλλά, όταν το κρατούσε, έλαμπε δυνατά σαν φανάρι. Τα φωτόραβδα, επίσης, έσπαζαν σαν γυαλί· είχε κοντέψει να χάσει το
Και ήταν καρδιόπετρα. Ο καταστηματάρχης δεν είχε τολμήσει να το προσθέσει κι αυτό στα ψέματά του, όπως τα θεωρούσε. Κανένας από τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων κοντά στο ποτάμι του Τάραμπον δεν είχε να πληρώσει έστω και για ένα κομμάτι κουεντιγιάρ.
Ο δίσκος είχε σκληρή και λεία αίσθηση στο χέρι του, και δεν έμοιαζε ακριβός, αν εξαιρούσες την ηλικία του, αλλά ο Ντόμον φοβόταν πως αυτό ακριβώς έψαχναν οι διώκτες του. Φωτόραβδα, φιλντισένια αγαλματάκια, ακόμα και απολιθωμένα κόκαλα, όλα τα είχε δει κι άλλες φορές, σε άλλα μέρη. Αλλά, ακόμα και ξέροντας τι ήθελαν —αν το ήξερε— δεν είχε ιδέα για το λόγο, και μπορούσε να είναι σίγουρος τώρα ποιοι ήταν οι διώκτες του. Μάρκα της Ταρ Βάλον, και ένα αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι. Σκούπισε τα χείλη με το χέρι του· είχε πικρή τη γεύση του φόβου στη γλώσσα του.
Ένα χτύπημα στην πόρτα. Άφησε το δίσκο κάτω και τράβηξε έναν χάρτη πάνω από τα αντικείμενα στο γραφείο του. «Έλα».
Μπήκε ο Γιάριν. «Περάσαμε τον κυματοθραύστη, Καπετάνιε».
Ο Ντόμον ένιωσε έκπληξη, και ύστερα Θύμωσε με τον εαυτό του. Λεν έπρεπε να απορροφηθεί τόσο, που να μην νιώσει το
«Για το Έμπου Νταρ, Καπετάνιε;»