Ο Ούνο την πιο πολλή ώρα μελετούσε την περιοχή μπροστά τους, αλλά, όταν έπιανε τον Ραντ να τον κοιτάζει, του αντιγύριζε το βλέμμα στα ίσα. Δεν σήμαινε κάτι. Θα κοίταζε και τον Ίνγκταρ κατάματα. Αυτός ήταν ο Ούνο.
Η διαδρομή που είχαν διαλέξει οι Σκοτεινόφιλοι
Τελικά, ακόμα και ο Ίνγκταρ αναγκάστηκε να συνειδητοποιήσει ότι τα άλογα δεν θα άντεχαν αυτό το ρυθμό. Ακούστηκαν μουρμουριστές βρισιές· ο Ίνγκταρ χτύπησε το χειρόκτιο στο μηρό του, τελικά όμως διέταξε να ξεπεζέψουν όλοι. Συνέχισαν να τρέχουν για ένα μίλι, οδηγώντας τα άλογά τους, ανηφορίζοντας και κατηφορίζοντας, και μετά τα καβάλησαν και κάλπασαν. Έπειτα ξανακατέβηκαν για να τρέξουν. Έτρεξαν ένα μίλι και μετά κάλπασαν ένα μίλι. Τρέξιμο, μετά καλπασμός.
Ο Ραντ ξαφνιάστηκε, βλέποντας τον Λόιαλ να χαμογελά πλατιά κάποια στιγμή που ήταν με τα πόδια και ανηφόριζαν ένα λόφο. Ο Ογκιρανός ένιωθε άβολα με τα άλογα, όταν είχαν πρωτοσυναντηθεί, και προτιμούσε να εμπιστεύεται τα δυο του πόδια, αλλά του Ραντ του φαινόταν ότι το είχε ξεπεράσει:
«Σου αρέσει να τρέχεις, Ραντ;» Ο Λόιαλ γέλασε. «Εμένα μου αρέσει. Ήμουν ο γρηγορότερος στο Στέντιγκ Σανγκτάι. Κάποτε είχα τρέξει πιο γρήγορα από άλογο».
Ο Ραντ απλώς κούνησε το κεφάλι. Δεν ήθελε να σπαταλήσει ανάσα μιλώντας. Κοίταξε να βρει τον Ματ και τον Πέριν, μα ήταν ακόμα πίσω και υπήρχαν τόσοι άνδρες ανάμεσά τους που δεν τους έβλεπε. Αναρωτήθηκε πώς οι Σιναρανοί κατάφερναν να τρέχουν έτσι με την αρματωσιά τους. Κανένας δεν καθυστερούσε, ούτε παραπονιόταν. Ο Ούνο δεν έμοιαζε καν να ιδρώνει και ο σημαιοφόρος δεν άφηνε το λάβαρο να γείρει.
Ο ρυθμός ήταν γρήγορος, αλλά το σούρουπο άρχισε να πυκνώνει, χωρίς να φαίνεται από αυτούς τους οποίους καταδίωκαν τίποτα πέρα από τα αχνάρια τους. Τελικά, απρόθυμα, ο Ίνγκταρ φώναζε να σταματήσουν και να στρατοπεδεύσουν για να περάσουν τη νύχτα στο δάσος. Οι Σιναρανοί άναψαν φωτιές και έστησαν πασσάλους για τα άλογα με σύντομες κινήσεις ακριβείας, οι οποίες ήταν αποτέλεσμα μακράς πείρας. Ο Ίνγκταρ έβαλε έξι φρουρούς, ανά δύο, για την πρώτη βάρδια.
Πρώτο μέλημα του Ραντ ήταν να βρει το δέμα του στα καλαμοκόφινα των υποζυγίων. Δεν ήταν δύσκολο —υπήρχαν λίγα προσωπικά δέματα ανάμεσα στις προμήθειες— αλλά, όταν το άνοιξε, έβγαλε μια κραυγή που έκανε όλους τους άνδρες του στρατοπέδου να σηκωθούν με τα σπαθιά στα χέρια.
Ο Ίνγκταρ ήρθε τρέχοντας. «Τι είναι; Μα την ειρήνη, μπήκε κανείς μέσα; Δεν άκουσα τους σκοπούς».
«Είναι τούτα τα πανωφόρια», μούγκρισε ο Ραντ, κοιτάζοντας ακόμα αυτά που είχε ξεπακετάρει. Το ένα πανωφόρι ήταν μαύρο, κεντημένο με ασημένια κλωστή, το άλλο λευκό, στολισμένο με χρυσή. Και τα δύο είχαν ερωδιούς στα κολάρα, και τα δύο ήταν εξίσου φανταχτερά με το βυσσινί πανωφόρι που φορούσε. «Οι υπηρέτες μου είπαν ότι είχα δύο καλά, βολικά πανωφόρια εδώ μέσα. Δες τα!»
Ο Ίνγκταρ θηκάρωσε το σπαθί πάνω από τον ώμο του. Οι άλλοι άνδρες ξανακάθισαν. «Ε, βολικά είναι».
«Δεν μπορώ να τα φορέσω αυτά. Δεν μπορώ να τριγυρνάω ντυμένος όλο έτσι».
«Μπορείς να τα φορέσεις. Κι αυτά πανωφόρια είναι. Απ’ ό,τι ξέρω, η ίδια η Μουαραίν Σεντάι φρόνησε να ετοιμαστούν τα πράγματά σου. Μπορεί οι Άες Σεντάι να μην καταλαβαίνουν τι ακριβώς φορούν οι άνδρες στο πεδίο της μάχης». Ο Ίνγκταρ χαμογέλασε πλατιά. «Όταν πιάσουμε αυτούς τους Τρόλοκ, μπορεί να στήσουμε γλέντι. Τουλάχιστον τότε θα είσαι σωστά ντυμένος, ενώ εμείς όχι». Και ξεκίνησε για εκεί που είχαν αρχίσει κιόλας να καίνε οι φωτιές για το μαγείρεμα.
Ο Ραντ είχε μείνει ασάλευτος από τη στιγμή που ο Ίνγκταρ είχε αναφέρει τη Μουαραίν. Κοίταζε τα πανωφόρια. Τι