Ο Λαν ήρθε μια φορά στη σκηνή που μοιραζόταν η Εγκουέν με τη Νυνάβε και πήρε τη Σοφία λίγο παραπέρα στο σκοτάδι. Η Εγκουέν έσκυψε από το άνοιγμα της σκηνής για να κοιτάξει. Δεν μπόρεσε να ακούσει τι είπαν, μόνο είδε την Νυνάβε να ξεσπά οργισμένη, γύρισε με αγέρωχο βήμα, τυλίχτηκε στις κουβέρτες της και αρνήθηκε να πει κουβέντα. Της Εγκουέν της φάνηκε πως τα μάγουλα της Σοφίας ήταν υγρά, αν και έκρυβε το πρόσωπό της με τη γωνιά της κουβέρτας. Ο Λαν στάθηκε, κοιτάζοντας τη σκηνή από το σκοτάδι αρκετή ώρα, μέχρι που τελικά έφυγε. Μετά απ’ αυτό δεν ξανάρθε.
Η Μουαραίν δεν τις πλησίαζε καθόλου, και μόνο ένευε περνώντας από κοντά τους. Έμοιαζε να περνά όλες τις ώρες της μιλώντας με τις άλλες Άες Σεντάι, με όλες εκτός από τις Κόκκινες αδελφές, τραβώντας τις μία-μία κατά μέρος καθώς προχωρούσαν. Η Άμερλιν επέτρεπε ελάχιστες στάσεις για ξεκούραση, οι οποίες ήταν πάντα σύντομες.
«Ίσως δεν προλαβαίνει πια να ασχοληθεί μαζί μας», παρατήρησε θλιμμένα η Εγκουέν. Η Μουαραίν ήταν η μόνη Άες Σεντάι που ήξερε. Ίσως —αν και δεν ήθελε να το παραδεχτεί— η μόνη την οποία σίγουρα μπορούσε να εμπιστευτεί. «Μας βρήκε, και πάμε στην Ταρ Βάλον. Μάλλον έχει άλλα στο νου της τώρα».
Η Νυνάβε ξεφύσηξε. «Θα πιστέψω ότι ξεμπέρδεψε μαζί μας μόνο όταν πεθάνει — ή όταν πεθάνουμε εμείς. Είναι πονηρή».
Στη σκηνή τους ήρθε μια άλλη Άες Σεντάι. Η Εγκουέν κόντεψε να πάθει κόλπο την πρώτη βραδιά έξω από το Φαλ Ντάρα, όταν το σκληρό πανί της πόρτας τραβήχτηκε στο πλάι και μπήκε μέσα μια παχουλή Άες Σεντάι με τετράγωνο πρόσωπο, με μαλλιά που γκρίζαραν και αφηρημένο βλέμμα. Έριξε μια ματιά στο φανάρι που κρεμόταν από το ψηλότερο σημείο της σκηνής και η φλόγα δυνάμωσε λιγάκι. Η Εγκουέν νόμισε πως αισθάνθηκε κάτι, νόμισε πως είχε δει κάτι γύρω από την Άες Σεντάι τη στιγμή που η φλόγα δυνάμωνε. Η Μουαραίν της είχε πει ότι κάποια μέρα —όταν θα είχε προχωρήσει η εκπαίδευση της— θα μπορούσε να
«Είμαι η Βέριν Μάθγουιν», είπε η γυναίκα μ’ ένα χαμόγελο. «Κι εσείς είστε η Εγκουέν αλ’Βερ και η Νυνάβε αλ’Μεάρα. Από τους Δύο Ποταμούς, που κάποτε ήταν η Μανέθερεν, Το αίμα είναι δυνατό εκεί. Τραγουδά».
Η Εγκουέν και η Νυνάβε αντάλλαξαν ματιές καθώς σηκώνονταν.
«Αυτό είναι πρόσκληση για να παρουσιαστούμε στην Έδρα της Άμερλιν;» ρώτησε η Εγκουέν.
Η Βέριν γέλασε. Είχε ένα λεκέ από μελάνι στη μύτη της. «Αχ, όχι. Η Άμερλιν έχει ν’ ασχοληθεί με πιο σημαντικά θέματα από δύο νεαρές, που δεν είναι καν μαθητευόμενες. Αν και τίποτα δεν είναι σίγουρο. Και οι δύο έχετε μεγάλες δυνατότητες, ειδικά εσύ, Νυνάβε. Κάποια μέρα...» Κοντοστάθηκε, έτριψε σκεφτική τη μύτη στο σημείο που ήταν ο λεκές. «Μα δεν είναι αυτή η μέρα. Ήρθα εδώ για να σου κάνω ένα μάθημα, Εγκουέν. Φοβάμαι πως βιάζεσαι πολύ».
Η Εγκουέν κοίταξε τη Νυνάβε με νευρικότητα. «Τι έκανα; Δεν ξέρω να έκανα τίποτα».
«Α, δεν έκανες κάποιο λάθος. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Κάτι επικίνδυνο, ίσως, αλλά όχι λάθος». Η Βέριν κάθισε στο σκληρό πανί που ήταν το δάπεδο της σκηνής, διπλώνοντας τα πόδια κάτω από το σώμα της. «Καθίστε και οι δύο. Καθίστε. Δεν θέλω να πιαστεί ο σβέρκος μου». Στριφογύρισε και βρήκε βολική θέση. «Καθίστε».
Η Εγκουέν κάθισε σταυροπόδι απέναντι από την Άες Σεντάι και έβαλε τα δυνατά της για να μην κοιτάξει τη Νυνάβε.
«Μα, διαβιβάζεις τη Δύναμη, παιδί μου».
Η Εγκουέν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Νυνάβε ξέσπασε, «Αυτό είναι γελοίο. Γιατί πάμε στην Ταρ Βάλον, αν όχι γι’ αυτό;»
«Η Μουαραίν ήταν... Θέλω να πω, η Μουαραίν μου έκανε μαθήματα», κατόρθωσε να πει η Εγκουέν.
Η Βέριν σήκωσε τα χέρια για να κάνουν ησυχία, κι εκείνες έπαψαν. Μπορεί να έδειχνε αφηρημένη, μα ήταν Άες Σεντάι. «Παιδί μου, νομίζεις ότι κάθε κοπέλα που έρχεται και λέει ότι θέλει να γίνει μια από μας, οι Άες Σεντάι αμέσως τη διδάσκουν πώς να διαβιβάζει; Εντάξει, δεν είσαι η κάθε κοπέλα, αλλά πάντως...» Κούνησε το κεφάλι με σοβαρό ύφος.
«Γιατί το έκανε λοιπόν;» απαίτησε να μάθει η Νυνάβε. Η Μουαραίν δεν της έκανε μαθήματα, και η Εγκουέν δεν ήξερε αν αυτό ενοχλούσε τη Νυνάβε ή όχι.
«Επειδή η Εγκουέν είχε ήδη διαβιβάσει», είπε υπομονετικά η Βέριν.
«Το... Το ίδιο κι εγώ». Η Νυνάβε έδειχνε δυσαρέσκεια.