«Όπως και να σε κρίνει κανείς», τη διέκοψε η Βέριν, «είσαι μεγάλη γυναίκα, Νυνάβε. Συνήθως, όσο πιο μικρή είναι η μαθητευόμενη τόσο καλύτερα τα πάει. Όχι με την αναγκαία εκπαίδευση, αλλά επειδή από τη μαθητευόμενη περιμένουμε να κάνει ό,τι της πουν, όταν της το πουν, και δίχως αμφισβητήσεις. Είναι κάτι που χρησιμεύει μόνο όταν η ουσιαστική εκπαίδευση φτάσει ένα ορισμένο σημείο —τότε ένας δισταγμός στο λάθος μέρος, ή η αμφιβολία γι’ αυτό που σου έχουν πει να κάνεις, μπορεί να έχουν τραγικές επιπτώσεις— αλλά είναι καλύτερα να πειθαρχεί κανείς συνεχώς. Από τις Αποδεχθείσες, αντίθετα, περιμένουμε να αμφισβητούν τα πράγματα, καθώς Θεωρούμε ότι ξέρουν αρκετά, κι επομένως ξέρουν τι ερωτήσεις να κάνουν και πότε. Τι σου φαίνεται προτιμότερο;»

Τα χέρια της Νυνάβε έσφιξαν τη φούστα της· κοίταξε πάλι το άνοιγμα της σκηνής, σμίγοντας τα φρύδια. Τελικά ένευσε και ξανακάθισε κάτω. «Και δεν κάθομαι», είπε.

«Ωραία», είπε η Βέριν. «Λοιπόν. Αυτό ήδη το ξέρεις, Εγκουέν, αλλά για χάρη της Νυνάβε θα σου πω να το επαναλάβεις βήμα-βήμα. Με τον καιρό θα σου γίνει δεύτερη φύση —θα το κάνεις γρηγορότερα απ’ όσο μπορείς να το σκεφτείς— αλλά τώρα καλύτερα να το κάνεις αργά. Κλείσε τα μάτια, σε παρακαλώ. Στην αρχή είναι καλύτερα, αν δεν σου αποσπά την προσοχή τίποτα». Η Εγκουέν έκλεισε τα μάτια. Ακολούθησε μια παύση. «Νυνάβε», είπε η Βέριν, «σε παρακαλώ, κλείσε τα μάτια. Στ’ αλήθεια θα είναι καλύτερα». Άλλη μια παύση. «Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Τώρα, πρέπει να αδειάσεις μέσα σου. Άδειασε τις σκέψεις σου. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα στο νου σου. Το μπουμπούκι ενός λουλουδιού. Μόνο αυτό. Μόνο το μπουμπούκι. Μπορείς να το δεις με κάθε λεπτομέρεια. Μπορείς να το μυρίσεις. Μπορείς να το νιώσεις. Κάθε φλέβα σε κάθε φύλλο, κάθε καμπύλη σε κάθε πέταλο. Μπορείς να νιώσεις τον χυμό του να πάλλεται. Νιώσε το. Γνώρισέ το. Γίνε αυτό. Εσύ και το μπουμπούκι είστε το ίδιο. Είστε ένα. Είσαι το μπουμπούκι».

Η φωνή της συνέχισε να μιλά υπνωτικά, αλλά η Εγκουέν δεν άκουγε πια· είχε ξανακάνει αυτή την άσκηση, με τη Μουαραίν. Ήταν αργή, αλλά η Μουαραίν έλεγε ότι με την εξάσκηση θα την έκανε πιο γρήγορα. Μέσα της ήταν ένα μπουμπούκι τριαντάφυλλου, με τα κόκκινα πέταλα του σφιχτοκλεισμένα. Όμως ξαφνικά εμφανίστηκε κάτι άλλο. Φως. Φως που έπεφτε στα πέταλα. Σιγά-σιγά τα πέταλα ξεδίπλωσαν, στράφηκαν προς το φως, απορροφώντας το φως. Το ρόδο και το φως ήταν ένα. Η Εγκουέν και το φως ήταν ένα. Ένιωθε ένα αργό ρυάκι του να την διαποτίζει. Απλώθηκε να πάρει κι άλλο, έβαλε τα δυνατά της να πάρει κι άλλο...

Μέσα σε μια στιγμή χάθηκαν όλα, και το μπουμπούκι και το φως. Η Μουαραίν είχε επίσης πει ότι δεν μπορούσε να το πιέσει. Η Εγκουέν αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια. Η Νυνάβε φαινόταν συννεφιασμένη. Η Βέριν ήταν, όπως πάντα, γαλήνια.

«Δεν μπορείς να το αναγκάσεις να συμβεί», έλεγε η Άες Σεντάι. «Πρέπει να το αφήσεις να συμβεί. Πρέπει να παραδοθείς στη Δύναμη, πριν μπορέσεις να την ελέγξεις».

«Όλα αυτά είναι χαζομάρες», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Δεν νιώθω σαν λουλούδι. Πιο πολύ νιώθω σαν βάτος. Καλύτερα να πάω στη φωτιά να περιμένω».

«Όπως θέλεις», είπε η Βέριν. «Μήπως ανέφερα ότι οι μαθητευόμενες κάνουν αγγαρείες; Πλένουν πιάτα, σφουγγαρίζουν τα πατώματα, βάζουν μπουγάδα, σερβίρουν τα τραπέζια, τέτοια πράγματα. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι οι υπηρέτες κάνουν καλύτερη δουλειά, αλλά επικρατεί η αντίληψη ότι η χειρωνακτική δουλειά διαπλάθει χαρακτήρες. Τι, θα μείνεις; Ωραία. Λοιπόν, παιδί μου, να θυμάσαι ότι ακόμα και οι βάτοι καμιά φορά βγάζουν λουλούδια, άσπρα κι όμορφα ανάμεσα στα αγκάθια. Θα τα δοκιμάσουμε ένα-ένα. Από την αρχή, Εγκουέν. Κλείσε τα μάτια».

Αρκετές φορές πριν φύγει η Βέριν, η Εγκουέν ένιωσε τη ροή της Δύναμης μέσα της, αλλά καμιά φορά δεν ήταν δυνατή, και το πιο σημαντικό που κατόρθωσε ήταν ένα αδύναμο αεράκι, που έκανε το πανί της πάριας να σαλέψει ανάλαφρα. Ήταν σίγουρη ότι το ίδιο θα κατάφερνε κι αν φτερνιζόταν. Με τη Μουαραίν τα πήγαινε καλύτερα· τουλάχιστον κάποιες φορές. Ευχήθηκε να της έκανε το μάθημα η Μουαραίν.

Η Νυνάβε δεν ένιωσε ούτε λαμπύρισμα, ή τουλάχιστον έτσι είπε. Προς το τέλος, τα μάτια της ήταν αγριεμένα και το στόμα της σφιχτό, τόσο που η Εγκουέν φοβήθηκε πως θα έβαζε τις φωνές στη Βέριν, σαν να ΄ταν η Άες Σεντάι κάποια χωρική που εισέβαλλε στην ιδιωτική της ζωή. Αλλά η Βέριν της είπε απλώς να κλείσει τα μάτια άλλη μια φορά, αυτή τη φορά χωρίς την Εγκουέν.

Η Εγκουέν καθόταν και παρακολουθούσε τις άλλες δύο, ενώ την είχε πιάσει χασμουρητό. Η νύχτα περνούσε και ήταν πολύ μετά την ώρα που κοιμόταν συνήθως. Η Νυνάβε έμοιαζε με πτώμα που είχε μείνει άθαφτο, με μάτια τόσο σφιγμένα, σαν να μην ήθελε να τα ξανανοίξει ποτέ, με τα χέρια κλεισμένα σε γροθιές με κάτασπρες αρθρώσεις στην ποδιά της. Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην ξεσπούσε τώρα ο θυμός της Νυνάβε, μετά από τόση ώρα που τον κρατούσε μέσα της.

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги