Τα γόνατα του Ραντ λύγισαν· έπεσε μισογονατισμένος και στήριξε τα χέρια στο χαλί για να μην χτυπήσει κάτω με το πρόσωπο. Το κενό είχε χαθεί, η γαλήνη είχε κομματιαστεί. Σήκωσε το κεφάλι, και τον κοιτούσαν, εκείνες οι τρεις Άες Σεντάι. Τα πρόσωπά τους ήταν γαλήνια, απαλά σαν απείραχτες λίμνες, μα τα μάτια τους δεν ανοιγόκλειναν. «Ο πατέρας μου είναι ο Ματ αλ’Θορ, και εγώ γεννήθηκα...» Τον κοίταζαν, ακίνητες.
«Η άγκυρα δεν ταπεινώνεται επειδή χρησιμοποιείται για να συγκρατήσει τη βάρκα», είπε η Άμερλιν. «Φτιάχτηκες για έναν σκοπό, Ραντ αλ’Θορ. ‘Όταν οι άνεμοι της Τάρμον Γκάι’ντον γδάρουν τη γη, θα αντιμετωπίσει τη Σκιά και θα ξαναφέρει στον κόσμο το Φως». Οι Προφητείες πρέπει να εκπληρωθούν, αλλιώς ο Σκοτεινός θα ελευθερωθεί και θα ξαναπλάσει τον κόσμο κατ’ εικόνα του. Η Τελευταία Μάχη πλησιάζει, κι εσύ γεννήθηκες για να ενώσεις την ανθρωπότητα και να την οδηγήσεις εναντίον του Σκοτεινού».
«Ο Μπα’άλζαμον είναι νεκρός», είπε βραχνά ο Ραντ, και η Άμερλιν γρύλισε περιφρονητικά σαν σταβλίτης.
«Αν το πιστεύεις, τότε είσαι πιο βλάκας κι απ’ τους Ντομανούς. Πολλοί εκεί πιστεύουν ότι είναι νεκρός, ή έτσι λένε, αλλά παρατηρώ πως και πάλι δεν ρισκάρουν να τον ονοματίσουν. Ο Σκοτεινός ζει και ετοιμάζεται να ελευθερωθεί. Θα αντιμετωπίσεις τον Σκοτεινό. Είναι το πεπρωμένο σου».
Ξαφνικά κατάλαβε ότι γονάτιζε μπροστά τους σαν βατράχι, ότι ζάρωνε μπροστά στα μάτια τους. Προσπάθησε να σχηματίσει πάλι το κενό, αλλά στο μυαλό του στροβιλίζονταν φωνές, που παρέσυραν κάθε του προσπάθεια.
«Τι...» Κράτησε με κόπο σταθερή τη φωνή του. «Τι θα μου κάνετε;»
«Τίποτα», είπε η Άμερλιν, κι ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Δεν ήταν η απάντηση που περίμενε, η απάντηση που φοβόταν. «Λες ότι θέλεις να πας συντροφιά με χους φίλους σου και τον Ίνγκταρ και, αν θες, μπορείς να πας. Δεν σε σημάδεψα με κανέναν τρόπο. Μερικές αδελφές ίσως ξέρουν ότι είσαι
«Πρέπει να εκπληρωθούν οι Προφητείες. Σ’ αφήνουμε να πλανηθείς ελεύθερος, γνωρίζοντας τι είσαι, επειδή, αλλιώς, ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα αφανιστεί, και ο Σκοτεινός θα αγκαλιάσει τη γη με φωτιά και θάνατο. Πρόσεξέ με, δεν νιώθουν το ίδιο όλες οι Άες Σεντάι. Υπάρχουν μερικές, εδώ στο Φαλ Ντάρα, που θα σε σκότωναν ευθύς αμέσως αν ήξεραν το ένα δέκατο απ’ όσα είσαι, και δεν θα ’χαν περισσότερες τύψεις απ’ ό,τι αν ξεκοίλιαζαν ψάρι. Αλλά, βέβαια, υπάρχουν άνδρες, που, δίχως αμφιβολία, έχουν γελάσει παρέα μαζί σου, οι οποίοι θα έκαναν το ίδιο αν ήξεραν. Πρόσεχε, Ραντ αλ’Θορ, Ξαναγεννημένε Δράκοντα».
Κοίταξε την κάθε μια χωριστά.
Ξαναθυμήθηκε κάποιες οδηγίες του Λαν. Με το αριστερό χέρι στη λαβή, έστριψε το σπαθί πίσω του, έπιασε το θηκάρι με το δεξί, έπειτα υποκλίθηκε, με τα χέρια ίσια. «Με την άδειά σου, Μητέρα, μπορώ να αναχωρήσω;»
«Σου δίνω την άδεια να φύγεις, γιε μου».
Σηκώθηκε, στάθηκε εκεί μια στιγμή ακόμα. «Δεν θα με χρησιμοποιήσει κανείς», είπε. Πίσω του, όταν έφυγε, έπεσε μεγάλη σιωπή.