«Εγώ είμαι η Σοφία του Πεδίου του Έμοντ!» είπε δυνατά.
Ένας υπηρέτης με λιβρέα, ο οποίος κουβαλούσε ένα τόπι ύφασμα, την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, κι έπειτα υποκλίθηκε βαθιά και συνέχισε. Το πρόσωπό του έδειχνε ότι βιαζόταν να φύγει από κει.
Η Νυνάβε, κοκκινίζοντας, κοίταξε γύρω να δει αν την είχε προσέξει κανείς. Υπήρχαν λίγοι μόνο άνδρες στο χολ, οι οποίοι ήταν απορροφημένοι στις συζητήσεις τους, και μερικές γυναίκες με μαύρα και χρυσά ρούχα που πήγαιναν στις δουλειές τους, κλίνοντας την κεφαλή ή το γόνυ καθώς περνούσαν. Εκατό φορές είχε κάνει τον ίδιο καυγά με τον εαυτό της, μα αυτή ήταν η πρώτη φορά που κατέληγε να μιλήσει φωναχτά. Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της κι έπειτα έσφιξε τα χείλη με δύναμη, όταν κατάλαβε τι έκανε.
Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η ερευνά της ήταν μάταια και τότε βρήκε τον Λαν, που είχε γυρισμένη την πλάτη και κοίταζε από μια βελοθυρίδα την αυλή πιο κάτω. Η φασαρία που ακουγόταν από την αυλή ήταν από άλογα κι ανθρώπους, χλιμιντρίσματα και κραυγές. Ο Λαν ήταν τόσο προσηλωμένος, που αυτή τη φορά δεν φάνηκε να την ακούει. Η Νυνάβε σιχαινόταν το ότι ποτέ δεν μπορούσε να τον πλησιάσει κρυφά, όσο ελαφρά κι αν περπατούσε. Στο Πεδίο του Έμοντ θεωρούσαν ότι ήξερε τους τρόπους του δάσους, αν και ήταν δεξιοτεχνία που δεν ενδιέφερε πολλές γυναίκες.
Σταμάτησε ακαριαία, ζούληξε το στομάχι της για να ηρεμήσει το τρέμουλο που ένιωθε.
Ασφαλής από το βλέμμα του, τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω, έτσι που έγερνε στην πέτρα και άγγιζε το σαγόνι με τα δάχτυλά του, κοιτάζοντας αυτά που συνέβαιναν πιο κάτω.
Ο Λαν γύρισε από τη βελοθυρίδα και η Νυνάβε έστριψε για να φύγει.
«Νυνάβε». Η φωνή του την έπιασε και την κράτησε σαν θηλιά. «Ήθελα να μιλήσουμε μόνοι. Πάντα είσαι στα διαμερίσματα των γυναικών, ή με παρέα».
Ήταν μεγάλος κόπος να σταθεί και να τον αντικρίσει, αλλά ήταν σίγουρη ότι τα χαρακτηριστικά της ήταν γαλήνια, ακόμα κι όταν σήκωσε τα μάτια να τον κοιτάξει. «Ψάχνω τον Ραντ». Δεν Θα παραδεχόταν ότι τον απέφευγε. «Είπαμε πριν από καιρό ό,τι είχαμε να πούμε οι δυο μας. Ντροπιάστηκα —κάτι που δεν Θα ξανακάνω— και μου είπες να φύγω».
«Ποτέ δεν είπα—» Ανάσανε βαθιά. «Σου είπα ότι το μόνο που είχα να σου προσφέρω για γαμήλιο δώρο θα ήταν ρούχα χηρείας. Δεν είναι δώρο που μπορεί να δώσει άνδρας σε γυναίκα. Ένας άνδρας που θέλει να λέγεται άνδρας».
«Καταλαβαίνω», του είπε αυτή ψυχρά. «Όπως και να ’χει, οι βασιλιάδες δεν χαρίζουν δώρα σε χωριατοπούλες. Κι αυτή η εδώ χωριατοπούλα δεν θα το δεχόταν. Μήπως είδες τον Ραντ; Πρέπει να του μιλήσω. Θα πήγαινε να δει την Άμερλιν. Ξέρεις τι τον ήθελε;»
Τα μάτια του άστραψαν, σαν γαλάζιος πάγος στον ήλιο. Εκείνη στήλωσε τα πόδια για να μην οπισθοχωρήσει μπροστά του και ανταπέδωσε στο άγριό του βλέμμα το δικό της.