«Ο Σκοτεινός να πάρει και τον Ραντ αλ’Θορ και την Έδρα της Άμερλιν», μούγκρισε, βάζοντάς της κάτι στο χέρι. «Θα σου κάνω ένα δώρο και θα το πάρεις, ακόμα κι αν χρειαστεί να το αλυσοδέσω στο λαιμό σου».
Εκείνη τράβηξε τα μάτια της από τα δικά του. Όταν ήταν θυμωμένος, η ματιά του ήταν σαν του γαλανομάτικου γερακιού. Στο χέρι της ήταν ένα σφραγιδοφόρο δαχτυλίδι, βαρύ και χρυσαφένιο, φθαρμένο από τα χρόνια, τόσο φαρδύ, που μπορούσε σχεδόν να χωρέσει και τους δύο αντίχειρές της. Είχε ίνα γερανό, που πετούσε πάνω από μια λόγχη κι ένα στέμμα, με επιμελώς χαραγμένες τις λεπτομέρειες. Της κόπηκε η ανάσα. Το δαχτυλίδι των Μαλκιρινών βασιλιάδων. Ξέκασε να τον αγριοκοιτάξει, απλώς σήκωσε το πρόσωπο. «Δεν μπορώ να το πάρω, Λαν».
Αυτός σήκωσε χους ώμους αδιάφορα. «Δεν είναι τίποτα. Παλιό, εύχρηστο τώρα. Μα υπάρχουν εκείνοι που θα το γνωρίσουν, όταν το δουν. Δείξε το, και θα έχεις δικαίωμα σε φιλοξενία και αρωγή αν θέζεις, από κάθε άρχοντα στις Μεθόριες. Δείξε το σε Πρόμαχο και θα βοηθήσει, ή θα μου φέρει μήνυμα. Στείλε το μου, ή μήνυμα σφραγισμένο μ’ αυτό, και θα έρθω κοντά σου, θα έρθω οπωσδήποτε και χωρίς καθυστέρηση. Το ορκίζομαι».
Τα μάτια της θόλωσαν στις άκρες.
Ο Λαν απέκρουσε τις προσπάθειές της να του επιστρέψει το δαχτυλίδι. Το χέρι του σκέπασε το δικό της, ευγενικό μα στιβαρό, σαν αλυσίδα. «Τότε δέξου το για χατίρι μου, σαν χάρη σε μένα. Ή πέταξέ το, αν σε δυσαρεστεί. Λεν έχω τι να το κάνω». Της χάιδεψε το μάγουλο μ’ ένα δάχτυλο κι αυτή τινάχτηκε. «Πρέπει να φύγω τώρα, Νυνάβε
Η Νυνάβε άγγιξε το μάγουλό της. Ακόμα ένιωθε το σημείο που την είχε χαϊδέψει. Μασίρα. Αγαπημένη της καρδιάς και της ψυχής, αυτό σήμαινε, μα επίσης και μια χαμένη αγάπη. Χαμένη δίχως να μπορεί να ξανακερδηθεί.
Έσφιξε γερά το δαχτυλίδι, γύρισε, και αναπήδησε όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τη Μουαραίν. «Πόση ώρα ήσουν εδώ;» απαίτησε να μάθει.
«Όχι τόση που να ακούσω κάτι που δεν έπρεπε», απάντησε γλυκά η Άες Σεντάι. «Όντως, σε λίγο φεύγουμε. Αυτό το άκουσα. Πρέπει να ετοιμάσεις τα πράγματά σου».
Έφευγαν. Δεν είχε προλάβει να το χωνέψει, όταν το είχε πει ο Λαν. «Θα πρέπει Να αποχαιρετήσω τα αγόρια», μουρμούρισε, και μετά κάρφωσε το βλέμμα στη Μουαραίν. «Τι έκανες στον Ραντ; Τον πήγαν στην Άμερλιν. Γιατί; Της είπες για... για...;» Δεν μπορούσε να το ξεστομίσει. Ο Ραντ ήταν από το χωριό της, ήταν λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερή του και έτσι τον πρόσεχε μερικές φορές, όταν ήταν μικρός· αλλά η Νυνάβε δεν μπορούσε να σκεφτεί τι είχε γίνει ο Ραντ χωρίς να ντώσει το στομάχι της να ανακατεύεται.
«Η Άμερλιν θα δεχθεί και τους τρεις, Νυνάβε. Οι
Η Νυνάβε όρμηξε στην κοντινότερη βελοθυρίδα και κοίταξε την εξωτερική αυλή. Παντού υπήρχαν άλογα, σελωμένα ή φορτωμένα πράγματα, και άνδρες που έτρεχαν ολόγυρά τους, φωνάζοντας ο ένας τον άλλον. Ο μόνος άδειος χώρος ήταν το Σημείο στο οποίο στεκόταν το παλανκίνο της Άμερλιν, με το ζευγάρι των αλόγων να περιμένουν υπομονετικά, δίχως σταβλίτες. Εκεί ήταν μερικοί Πρόμαχοι και φρόντιζαν τα άτια τους, και στην άλλη πλευρά της αυλής στεκόταν ο Ίνγκταρ με μερικούς αρματωμένους Σιναρανούς ολόγυρά του. Μερικές φορές κάποιος από τους Πρόμαχους, ή τους άνδρες του Ίνγκταρ, πήγαινε στην απέναντι πλευρά για να ανταλλάξει δυο λόγια.
«Έπρεπε να είχα πάρει τα αγόρια μακριά σου», είπε, κοιτάζοντας κάτω. Και την Εγκουέν μαζί, αν μπορούσα να την πάρω χωρίς να τη σκοτώσω. Φως μου, ήταν ανάγκη να γεννηθεί μ’ αυτή την ικανότητα, ανάθεμά την; «Έπρεπε να τα είχα πάει στην πατρίδα».
«Είναι αρκετά μεγάλοι για να μην κρύβονται πια πίσω από φουστάνια», είπε ξερά η Μουαραίν. «Και ξέρεις πολύ καλά γιατί δεν θα το έκανες ποτέ. Τουλάχιστον για έναν απ’ αυτούς. Εκτός αυτού, Θα σήμαινε ότι θα άφηνες την Εγκουέν να πάει στην Ταρ Βάλον μόνη της. Η μήπως αποφάσισες να μην έρθεις στην Ταρ Βάλον; Αν δεν εκπαιδευτείς στη χρήση της Δύναμης, δεν Θα μπορέσεις να τη χρησιμοποιήσεις εναντίον μου».
Η Νυνάβε στριφογύρισε για να αντικρίσει την Άες Σεντάι, με το στόμα να χάσκει. Δεν μπόρεσε να το αποφύγει. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λες».
«Νομίζεις ότι δεν το ξέρω, παιδί μου; Τέλος πάντων, όπως επιθυμείς. Υποθέτω ότι Θα έρθεις στην Ταρ Βάλον; Ναι, έτσι νόμιζα».