Η Νυνάβε θέλησε να τη χτυπήσει, να διώξει το μειδίαμα που φάνηκε στο πρόσωπο της Άες Σεντάι. Οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να ασκήσουν εξουσία στα φανερά μετά το Τσάκισμα, πόσο μάλλον να χειριστούν τη Μία Δύναμη, αλλά μηχανορραφούσαν και χειραγωγούσαν, κινούσαν νήματα σαν μαριονετίστες, χρησιμοποιούσαν θρόνους και έθνη, σαν να τα είχαν σε άβακα παιχνιδιού λίθων.
«Τι κάνεις τώρα με τον Ραντ; Λεν σου έφτασε τόσο που τον εκμεταλλεύτηκες; Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τον ειρήνεψες, τώρα που ήταν η Άμερλιν εδώ μαζί με όλες αυτές τις Άες Σεντάι, αλλά σίγουρα Θα Είχες κάποιον λόγο. Κάποιο σχέδιο καταστρώνεις. Αν η Άμερλιν ήξερε τι ετοιμάζεις, πάω στοίχημα ότι θα—»
Η Μουαραίν την έκοψε. «Τι ενδιαφέρον μπορεί να υπάρχει σ’ έναν βοσκό για την Έδρα της Άμερλιν; Φυσικά, αν έπεφτε στην αντίληψη της με λάθος τρόπο, ίσως η κατάληξη να ήταν το ειρήνεμα, ή ο θάνατος. Στο κάτω κάτω, είναι αυτός που είναι. Και υπάρχει πολύς θυμός μετά τα χτεσινοβραδινά. Όλοι ψάχνουν κάποιον να κατηγορήσουν». Η Άες Σεντάι έμεινε σιωπηλή και άφησε τη σιωπή να πυκνώσει. Η Νυνάβε την κοίταξε, τρίζοντας τα δόντια.
«Ναι», είπε τελικά η Μουαραίν, «είναι καλύτερα να μην ξυπνάμε το λιοντάρι που κοιμάται. Πήγαινε τώρα να ετοιμάσεις τα πράγματά σου». Ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που είχε πάρει ο Λαν, προχωρώντας με τρόπο σαν να γλιστρούσε στο πάτωμα αντί να περπατά.
Η Νυνάβε έκανε μια γκριμάτσα και χτύπησε τη γροθιά της στον τοίχο· το δαχτυλίδι χώθηκε στην παλάμη της. Άνοιξε το χέρι της για να το κοιτάξει. Το δαχτυλίδι φάνηκε να φλογίζει το Θυμό της, να συγκεντρώνει το μίσος της.
Η Εγκουέν κοίταζε την υπηρέτρια με τη λιβρέα, η οποία δίπλωνε κι έβαζε τα φορέματά της σ’ ένα δερματόδετο κιβώτιο ειδικό για ταξίδια, νιώθοντας κάποια αμηχανία, ακόμα και μετά από ένα μήνα εξάσκησης, που κάποιος άλλος έκανε αυτό που και η ίδια θα κατάφερνε μια χαρά μόνη της. Ήταν πανέμορφα ρούχα, όλα δώρα της Αρχόντισσας Αμαλίζας, όπως και το γκρίζο μεταξωτό φόρεμα ιππασίας που φορούσε τώρα· ήταν απλό, με μόνη εξαίρεση τα κεντητά μπουμπούκια αυγερινών στο στήθος. Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα φορέματα ήταν πολύ πιο στολισμένα. Το καθένας τους θα ξεχώριζε στο χωριό την Ημέρα του Ήλιου, ή τη γιορτή του Μπελ Τάιν. Αναστέναζε, καθώς θυμόταν ότι την άλλη Ημέρα του Ήλιου θα βρισκόταν στην Ταρ Βάλον, όχι στο Πεδίο του Έμοντ. Από τα λίγα που της είχε πει η Μουαραίν για την εκπαίδευση των μαθητευομένων —φαινόταν ότι θα ήταν παιχνιδάκι— περίμενε πως δεν θα βρισκόταν στο σπίτι της ούτε το Μπελ Τάιν, ούτε την άνοιξη, ούτε ακόμα και την παράλλη Ημέρα του Ήλιου.
Η Νυνάβε έχωσε το κεφάλι στο δωμάτιο. «Είσαι έτοιμη;» Μπήκε μέσα. «Σε λίγο πρέπει να κατεβούμε στην αυλή». Φορούσε κι αυτή φόρεμα ιππασίας, από γαλάζιο μετάξι, με κόκκινα μη με λησνονεί στον κόρφο. Άλλο ένα δώρο της Αμαλίζας.
«Κοντεύω, Νυνάβε. Σχεδόν λυπάμαι που φεύγω. Δεν φαντάζομαι να έχουμε πολλές αφορμές στην Ταρ Βάλον για να φορέσουμε τα ωραία φορέματα που μας έδωσε η Αμαλίζα». Ξαφνικά γέλασε. «Πάντως, Σοφία, δεν θα μου λείψει το να μπορώ να κάνω μπάνιο δίχως να κοιτάζω συνεχώς πάνω από τον ώμο μου».
«Καλύτερα να κάνεις μπάνιο μόνη σου», είπε ζωηρά η Νυνάβε. Η έκφρασή της έμεινε η ίδια, αλλά μετά από μια στιγμή τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
Η Εγκουέν χαμογέλασε.
«Νομίζω πως δεν πρέπει πια να με λες Σοφία», είπε ξαφνικά η Νυνάβε.