Ο Ραντ σοκαρίστηκε, αλλά ο Λόιαλ του εξήγησε υπομονετικά. «Οι Σιναρανοί πιστεύουν πως όλοι ερχόμαστε από τη γη και πρέπει να επιστρέψουμε στη γη. Ποτέ δεν χρησιμοποιούν φέρετρα ή σάβα-να και τα πτώματα ποτέ δεν είναι ντυμένα. Η γη πρέπει να κρατήσει το σώμα. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας, έτσι το λένε. Και ποτέ δεν λένε τίποτα άλλο εκτός από αυτό: ‘Το Φως να σε φωτίζει και ο Δημιουργός να σε προστατεύει. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας να σε καλωσορίσει στο σπίτι’». Ο Λόιαλ στέναξε και κούνησε το πελώριο κεφάλι του. «Νομίζω πως αυτή τη φορά δεν θα τα πει κανένας. Ό,τι και να λέει ο Ίνγκταρ, Ραντ, δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες ότι ο Τσάνγκου και ο Νιντάο έσφαξαν τους σκοπούς στην Πύλη των Σκύλων και έμπασαν τους Σκοτεινόφιλους στο οχυρό. Αυτοί πρέπει να έφταιγαν για όλα».

«Τότε ποιος σημάδεψε με το βέλος — την Άμερλιν;» Ο Ραντ ξεροκατάπιε. Ποιος με σημάδευε; Ο Λόιαλ δεν είπε τίποτα.

Ο Ούνο έφτασε μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες και τα φορτωμένα άλογα, καθώς οι στρατιώτες έριχναν τις τελευταίες φτυαριές χώμα στους τάφους. Κάποιος του είπε τι είχε γίνει και ο μονόφθαλμος έφτυσε. «Οι γιδόφιλοι οι Τρόλοκ το κάνουν συχνά σε μέρη πάνω στη Μάστιγα. Όταν θέλουν να σου ρίξουν το ηθικό, ή όταν σε προειδοποιούν να μην ακολουθήσεις. Δεν πα να καούν. Ούτε κι εδώ θα πετύχει».

Πριν φύγουν, ο Ίνγκταρ κοντοστάθηκε με το άλογο πλάι στους ανώνυμους τάφους, τους δύο χωμάτινους σωρούς, που έμοιαζαν πολύ μικροί για να χωρούν άνθρωπο. Μετά από μια στιγμή, είπε, «Το Φως να σας φωτίζει και ο Δημιουργός να σας προστατεύει. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας να σας καλωσορίσει στο σπίτι». Όταν σήκωσε το κεφάλι, τους κοίταξε όλους με τη σειρά. Όλα τα πρόσωπα ήταν ανέκφραστα, και πιο πολύ του Ίνγκταρ. «Έσωσαν τον Άρχοντα Άγκελμαρ στο Πέρασμα του Τάργουιν», είπε. Μερικοί λογχοφόροι ένευσαν. Ο Ίνγκταρ έστριψε τ’ άλογό του. «Προς τα πού, Χούριν;»

«Νότια, Άρχοντά μου».

«Ακολουθήστε το μονοπάτι! Κυνηγάμε!»

Το δάσος σύντομα έδωσε τη θέση του σε γαλήνιο κάμπο, που μερικές φορές τον έκοβαν ρηχά ποταμάκια, τα οποία είχαν σκάψει κοίτες με ψηλές όχθες, με αραιά μόνο υψωματάκια ή κοντόχοντρους λόφους, που μετά βίας τους άξιζε το όνομα. Τέλειο τεραίν για τα άλογα. Ο Ίνγκταρ το εκμεταλλεύτηκε και τους έβαλε να ακολουθήσουν έναν σταθερό ρυθμό, που βοηθούσε να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Μερικές φορές ο Ραντ έβλεπε στο βάθος κάτι που ίσιος ήταν αγρόκτημα, και κάποια φορά κάτι που το πέρασε για χωριό, με καπνούς να υψώνονται από καμινάδες λίγα μίλια πιο κει, και κάτι να αστράφτει λευκό στον ήλιο, αλλά η περιοχή κοντά τους ήταν έρημη από ανθρώπους, γεμάτη μακριές σειρές γρασίδι, με θάμνους και κάποια δέντρα, και μερικά σύδεντρα εδώ κι εκεί, με μάκρος το πολύ εκατό απλωσιές.

Ο Ίνγκταρ έστειλε ανιχνευτές, δύο άνδρες που πήγαιναν μπροστά και φαίνονταν μόνο όταν περνούσαν την κορυφή κάποιου υψώματος. Γύρω από το λαιμό του κρεμόταν μια ασημένια σφυρίχτρα, για να τους καλέσει πίσω, αν ο Χούριν έλεγε ότι τα ίχνη είχαν στρίψει, αλλά η διαδρομή δεν άλλαξε. Νότια. Πάντα νότια.

«Μ’ αυτό το ρυθμό θα φτάσουμε στο πεδίο του Τάλινταρ σε τρεις-τέσσερις μέρες», είπε ο Ίνγκταρ, καθώς κάλπαζαν. «Η μεγαλύτερη νίκη του Άρτουρ του Γερακόφτερου, τότε που οι Ημιάνθρωποι έβγαλαν τους Τρόλοκ από τη Μάστιγα και τους οδήγησαν εναντίον του. Έξι μέρες κι έξι νύχτες κράτησε η μάχη και, όταν τελείωσε, οι Τρόλοκ το ’σκασαν πίσω στη Μάστιγα, και δεν τόλμησαν να τον προκαλέσουν ποτέ ξανά. Ανήγειρε μνημείο εδώ γι’ αυτή τη νίκη, ένα βέλος εκατό απλωσιές ψηλό. Δεν τους άφησε να βάλουν το δικό του όνομα, αλλά τα ονόματα όλων των ανδρών που έπεσαν, και ένα χρυσό ήλιο στην κορυφή, σύμβολο ότι εδώ το Φως είχε θριαμβεύσει επί της Σκιάς».

«Θα ’θελα να το δω», είπε ο Λόιαλ. «Ποτέ δεν άκουσα γι’ αυτό το μνημείο».

Ο Ίνγκταρ έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, και όταν μίλησε η φωνή του ήταν χαμηλή. «Δεν είναι πια εκεί, Κατασκευαστή. Όταν πέθανε ο Γερακόφτερος, εκείνοι που πολέμησαν για την αυτοκρατορία του δεν άντεχαν να αφήσουν ένα μνημείο σε μια νίκη του, ακόμα κι όταν δεν ανέφερε το όνομά του. Δεν έχει απομείνει τίποτα, εκτός από τον γήλοφο στον οποίο στεκόταν. Αυτόν τουλάχιστον θα τον δούμε σε τρεις-τέσσερις μέρες». Ο τόνος του δεν άφησε περιθώρια για άλλη συζήτηση.

Ενώ ο ήλιος κρεμόταν ολόχρυσος από πάνω τους, προσπέρασαν μια κατασκευή, τετραγωνισμένη, με σοβατισμένους τούβλινους τοίχους, η οποία απείχε λιγότερο από ένα μίλι από το δρόμο τους. Λεν ήταν ψηλό κτίσμα και ο Ραντ πουθενά δεν έβλεπε να έχει απομείνει κάτι ψηλότερο από τον πρώτο όροφο, αλλά κάλυπτε αρκετή έκταση. Έδειχνε να είναι εγκαταλειμμένο από καιρό· οι στέγες είχαν πέσει, μόνο μερικά σημεία απέμεναν, στα οποία σκούρα κεραμίδια ήταν ακόμα κολλημένα πάνω στις επιστεγίδες, ο σοβάς, που κάποτε ήταν άσπρος, είχε πέσει, αφήνοντας γυμνά τα μαυρισμένα κι φαγωμένα από τον καιρό τούβλα, και υπήρχαν τοίχοι που είχαν σωριαστεί, φανερώνοντας εσωτερικές αυλές και θαλάμους παραδομένους στη φθορά. Στις ραγισματιές των εσωτερικών αυλών φύτρωναν θάμνοι, ακόμα και δέντρα.

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги