«Αρχοντικό», εξήγησε ο Ίνγκταρ. Το λιγοστό κέφι που του είχε μείνει φάνηκε να εξανεμίζεται, καθώς κοίταζε το κτίσμα. «Όταν έστεκε ακόμα το Χάραντ Ντακάρ, φαντάζομαι πως ο ιδιοκτήτης του καλλιεργούσε τη γη σε απόσταση μιας λεύγας προς όλες τις κατευθύνσεις. Ίσως να είχε περιβόλια. Οι Χαρντανοί αγαπούσαν πολύ τα περιβόλια τους».

«Το Χάραντ Ντακάρ;» είπε ο Ραντ, και ο Ίνγκταρ ξεφύσηξε.

«Δεν μαθαίνει κανείς πια ιστορία; Το Χάραντ Ντακάρ, η πρωτεύουσα του Χαρντάν, που ήταν κάποτε το έθνος που διασχίζουμε τώρα».

«Είδα έναν παλιό χάρτη», απάντησε ο Ραντ με σφιγμένη φωνή. «Ξέρω για τα έθνη που δεν υπάρχουν πια. Το Μαρέντο, και η Γκοάμπαν, και το Καραλαίν. Αλλά δεν έλεγε για Χαρντάν».

«Υπήρχαν κάποτε κι άλλα, τα οποία τώρα έχουν χαθεί», είπε ο Λόιαλ. «Το Μαρ Χάντον, που τώρα είναι το Χάντον Μιρκ, και το Άλμοθ. Η Κιντάρα. Ο Εκατονταετής Πόλεμος τεμάχισε την αυτοκρατορία του Άρτουρ του Γερακόφτερου σε πολλά έθνη, μεγάλα και μικρά. Τα μικρά ή τα κατάπιαν τα μεγάλα, ή ενώθηκαν μεταξύ τους, όπως η Αλτάρα και το Μουράντυ. Μάλλον, θα ήταν πιο σωστό να πω ότι αναγκάστηκαν να ενωθούν».

«Τι έπαθαν λοιπόν;» ζήτησε να μάθει ο Ματ. Ο Ραντ δεν είχε προσέξει τον Ματ και τον Πέριν, οι οποίοι είχαν πλησιάσει κοντά τους. Την τελευταία φορά που τους είχε δει, ήταν στην οπισθοφυλακή, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Ραντ αλ’Θορ.

«Δεν άντεξαν να μείνουν μαζί», αποκρίθηκε ο Ογκιρανός. «Η σοδειά χαλούσε, ή το εμπόριο δεν πήγαινε καλά. Οι άνθρωποι δεν τα έβγαζαν πέρα. Πάντα κάτι πήγαινε στραβά και το έθνος μαραινόταν. Συχνά οι γειτονικές χώρες έπαιρναν τη γη για δική τους, αλλά αυτές οι προσαρτήσεις ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Με τον καιρό η γη εγκαταλειπόταν οριστικά. Μερικά χωριά μοχθούσαν εδώ κι εκεί, αλλά τα περισσότερα μέρη έχουν ερημώσει. Πέρασαν σχεδόν τριακόσια χρόνια από τότε που τελικά εγκαταλείφθηκε το Χάραντ Ντακάρ, αλλά και πριν, από τότε ήταν ένα κουφάρι, με βασιλιά που δεν είχε εξουσία, ούτε και εντός των τειχών. Απ’ ό,τι ξέρω, το Χάραντ Ντακάρ τώρα έχει εξαφανιστεί εντελώς. Οι πόλεις και τα χωριά του Χαρντάν έχουν χαθεί, οι χωρικοί κουβάλησαν αλλού τις πέτρες για δική τους χρήση. Τα πιο πολλά αγροκτήματα και τα χωριά που έγιναν μ’ αυτές τις πέτρες έχουν επίσης χαθεί. Αυτό διάβασα, και δεν έχω δει τίποτα που να λέει κάτι άλλο».

«Ήταν σπουδαίο νταμάρι, το Χάραντ Ντακάρ, σχεδόν για εκατό χρόνια», είπε πικρά ο Ίνγκταρ. «Τελικά ο κόσμος έφυγε, και κουβάλησαν αλλού την πόλη, πέτρα-πέτρα. Όλα χάθηκαν, κι ό,τι δεν χάθηκε ξεθωριάζει. Τα πάντα, παντού, ξεθωριάζουν. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα έθνος που να εξουσιάζει τη γη που διεκδικεί στους χάρτες, και δεν υπάρχει χώρα που να διεκδικεί σήμερα στους χάρτες όσα διεκδικούσε έστω και πριν από εκατό χρόνια. Όταν τελείωσε ο Εκατονταετής Πόλεμος, μπορούσες να πας με τ’ άλογο από το ένα έθνος στο άλλο δίχως διακοπή, μέχρι να φτάσεις από τη Μάστιγα ως τη Θάλασσα των Καταιγίδων. Τώρα περνάμε από χωριά που δεν τα διεκδικεί κανένα έθνος σχεδόν σ’ όλες τις άκρες αυτής της γης. Εμείς στις Μεθόριες έχουμε τη μάχη μας με τη Μάστιγα, που μας κρατά δυνατούς και ενωμένους. Ίσως αυτοί δεν είχαν αυτό που χρειαζόταν για να μείνουν δυνατοί. Λες ότι δεν τα έβγαλαν πέρα, Κατασκευαστή; Ναι, έσβησαν, και ποιο έθνος που σήμερα στέκει ολόκληρο, αύριο δεν  θα  σβήσει;  Παρασυρόμαστε,   το  είδος  των  ανθρώπων. Παρασυρόμαστε σαν φύλλα στην πλημμύρα. Πόσος καιρός ακόμα, μέχρι να μείνουν μονάχα οι Μεθόριες; Πόσος καιρός ακόμα, μέχρι να πέσουμε κι εμείς, και να μην μείνει τίποτα εκτός από Τρόλοκ και Μυρντράαλ, ως κάτω στη Θάλασσα των Καταιγίδων;»

Όλοι έμειναν βουβοί, σοκαρισμένοι. Ακόμα και ο Ματ δεν μίλησε. Ο Ίνγκταρ συνέχισε να προχωρά, χαμένος στις σκοτεινές σκέψεις του.

Μετά από κάποια ώρα, οι ανιχνευτές γύρισαν καλπάζοντας, με το κορμί στητό στη σέλα, με τη λόγχη να τρυπά τον ουρανό. «Ένα χωριό μπροστά, Άρχοντά μου. Δεν μας είδαν, μα βρίσκεται ακριβώς στο δρόμο μας».

Ο Ίνγκταρ έδιωξε την κατήφειά του μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής, αλλά δεν μίλησε, παρά μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή μιας ραχούλας και κοίταζαν από ψηλά το χωριό, και τότε απλώς για να διατάζει να σταματήσουν, ενώ έβγαζε ένα κιάλι από τα σακίδιά του και το ύψωνε για να κοιτάξει το χωριό.

Ο Ραντ περιεργάστηκε το χωριό με ενδιαφέρον. Ήταν μεγάλο σαν το Πεδίο του Έμοντ, αν κι αυτό δεν ήταν τόσο μεγάλο σε σύγκριση με άλλα που είχε δει μετά τους Δύο Ποταμούς, πόσο μάλλον με τις πόλεις. Τα σπίτια ήταν όλα χαμηλά και σοβατισμένα με άσπρο πηλό, και έμοιαζαν να έχουν γρασίδι, που φύτρωνε στις γερτές στέγες. Καμιά δεκαριά ανεμόμυλοι γυρνούσαν τεμπέλικα, σκορπισμένοι ανάμεσα στα σπίτια του χωριού, και τα μακριά, σκεπασμένα με πανί φτερά τους άστραφταν, κάτασπρα στον ήλιο. Ένα χαμηλό τείχος αγκάλιαζε το χωριό, από Θάμνους, ψηλό ως το στήθος ανθρώπου, και έξω απ’ αυτό υπήρχε ένα πλατύ χαντάκι, με μυτερούς πασσάλους στον πάτο. Το τείχος είχε ένα άνοιγμα, στο οποίο ο Ραντ δεν έβλεπε να υπάρχει πύλη, αλλά του φαινόταν πως θα μπορούσε να κλείσει εύκολα με κάρο ή άμαξα. Δεν διέκρινε ανθρώπους πουθενά.

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги