Ο Ραντ δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το βούισμα από τις μύγες που πετούσαν πάνω από το τραπέζι ακουγόταν πιο δυνατό. Η ανάσα του έφτιαχνε ένα συννεφάκι μπροστά στο στόμα του.
Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε. Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.
Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο, και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο, κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έτρεξαν όλοι στην πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.
Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—
Σκοτείνιασμα.
Ο Ραντ πάλεψε, μα οι μύες του είχαν παγώσει. Το δωμάτιο ήταν πιο κρύο· του ερχόταν τρέμουλο, αλλά οι μύες του ούτε τόσο λίγο δεν σάλευαν. Οι μύγες σέρνονταν παντού πάνω στο τραπέζι. Έψαξε να βρει το κενό. Το αναγουλιαστικό φως ήταν εκεί, μα δεν τον ένοιαζε. Έπρεπε να—
Σκοτείνιασμα.
Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε. Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.
Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο, και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο, κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έτρεξαν όλοι σε μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.
Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—
Σκοτείνιασμα.
Στο δωμάτιο είχε παγωνιά.
Ξαφνικά, άρχισε να σχίζει... κάτι. Δεν ήξερε τι, δεν ήξερε πώς. Ιστοί φτιαγμένοι από ατσάλι. Αχτίδες σεληνόφωτος, φτιαγμένες από μάρμαρο. Κατέρρεαν στο άγγιγμά του, αλλά ήξερε ότι δεν είχε αγγίξει τίποτα. Ζάρωναν κι έλιωναν από την κάψα που φούσκωνε μέσα του, κάψα, σαν φωτιά καμινιού, κάψα, σαν τον κόσμο που καιγόταν, κάψα, σαν—
Όλα χάθηκαν. Λαχανιασμένος, κοίταξε γύρω με μάτια ορθάνοιχτα. Μερικές μύγες κείτονταν στο μισοκομμένο ψητό, στην πιατέλα. Ψόφιες μύγες. Έξι μύγες. Μόνο έξι. Υπήρχαν κι άλλες στις γαβάθες, πεντ’ έξι μαύρα σημαδάκια ανάμεσα στα κρύα λαχανικά. Όλες ήταν ψόφιες. Βγήκε στο δρόμο τρεκλίζοντας.
Ο Ματ μόλις έβγαινε από ένα σπίτι στην απέναντι μεριά του δρόμου, κουνώντας το κεφάλι. «Κανείς εδώ», είπε στον Πέριν, που ήταν ακόμα καβάλα στο άλογο. «Λες και πάνω που έτρωγαν, σηκώθηκαν κι έφυγαν».
Μια φωνή ακούστηκε από την πλατεία.
«Κάτι βρήκαν», είπε ο Πέριν, χτυπώντας το άλογο με τις φτέρνες του. Ο Ματ ανέβηκε στη σέλα και κάλπασε πίσω του.
Ο Ραντ καβάλησε αργά τον Κοκκινοτρίχη· το άλογο αρνιόταν, σαν να ένιωθε την ταραχή του. Κοίταζε τα σπίτια, καθώς προχωρούσε σιγά προς την πλατεία, αλλά δεν άντεχε να τα κοιτάζει πολύ.
Όλοι στέκονταν σαν αγάλματα μπροστά σ’ ένα μεγάλο κτίριο με πλατιά, δίφυλλη πόρτα. Ο Ραντ σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να είναι πανδοχείο κατ’ αρχάς δεν είχε πινακίδα. Ίσως ήταν μέρος συνάθροισης των χωρικών. Μπήκε κι αυτός στον σιωπηλό κύκλο των θεατών, και κοίταξε αυτό που έβλεπαν.