«Ούτε ένα σκυλί δεν φαίνεται», είπε ο Ίνγκταρ, ξαναβάζοντας το κιάλι στα σακίδια. «Είστε σίγουροι ότι δεν σας είδαν;» ρώτησε τους ανιχνευτές.

«Σίγουροι, εκτός αν έχουν την τύχη του Σκοτεινού, Άρχοντά μου», αποκρίθηκε ένας στρατιώτης. «Δεν περάσαμε την κορφή της ράχης. Ούτε και τότε είδαμε να τριγυρνά κανένας, Άρχοντά μου».

Ο Ίνγκταρ ένευσε. «Τα ίχνη, Χούριν;»

Ο Χούριν ανάσανε βαθιά. «Προς το χωριό, Άρχοντά μου. Κατευθείαν προς το χωριό, απ’ όσο νιώθω από δω».

«Τα μάτια ανοιχτά», διέταξε ο Ίνγκταρ, πιάνοντας τα χαλινάρια. «Και μην πιστεύετε ότι είναι φίλοι μόνο επειδή χαμογελούν. Αν είναι κανείς εκεί». Τους οδήγησε προς το χωριό με αργό ρυθμό, και άπλωσε το χέρι για να χαλαρώσει το σπαθί στο θηκάρι του.

Ο Ραντ άκουσε τους άλλους πίσω του να κάνουν το ίδιο. Μετά από μια στιγμή, χαλάρωσε και το δικό του. Το να μείνεις ζωντανός δεν είναι ίδιο πράγμα με το να προσπαθείς να γίνεις ήρωας, σκέφτηκε.

«Νομίζεις ότι αυτοί οι άνθρωποι θα βοηθούσαν τους Σκοτεινόφιλους;» ρώτησε ο Πέριν τον Ίνγκταρ. Ο Σιναρανός άργησε να απαντήσει.

«Δεν πολυαγαπούν τους Σιναρανούς», είπε τελικά. «Νομίζουν όχι θα ’πρεπε να τους προστατεύουμε. Εμείς, ή οι Καιρχινοί. Η Καιρχίν διεκδίκησε αυτή τη γη, όταν είχε πεθάνει και ο τελευταίος Βασιλιάς του Χαρντάν. Διεκδίκησαν όλο το μέρος ως τον Ερίνιν. Αλλά δεν μπορούσαν να την κρατήσουν. Εγκατέλειψαν τις διεκδικήσεις τους πριν εκατό χρόνια περίπου. Οι λιγοστοί άνθρωποι που ακόμα ζουν εδώ δεν ανησυχούν για Τρόλοκ, τόσο χαμηλά στο νότο, αλλά υπάρχουν αρκετοί επιδρομείς. Γι’ αυτό είναι το τείχος και το χαντάκι. Όλα τα χωριά τους είναι έτσι. Τα χωράφια τους θα είναι κρυμμένα σε λακκώματα εδώ γύρω, αλλά κανένας δεν θα ζει έξω από το τείχος. Θα ορκίζονταν υποταγή σε οποιονδήποτε βασιλιά που θα τους πρόσφερε την προστασία του, αλλά εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε με τους Τρόλοκ. Γι’ αυτό δεν μας αγαπούν». Καθώς έφταναν στο άνοιγμα του κοντού τείχους, πρόσθεσε ξανά, «Τα μάτια ανοιχτά!»

Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην πλατεία του χωριού, αλλά δεν ήταν κανείς στους δρόμους, ούτε κανείς κρυφοκοίταζε από παράθυρο. Ούτε ένα σκυλί δεν σάλευε, ούτε καν μια κότα. Τίποτα το ζωντανό. Οι ανοιχτές πόρτες γυρνούσαν, τρίζοντας στον άνεμο, σε αντίστιξη με το ρυθμικό κρωγμό των ανεμόμυλων. Οι οπλές των αλόγων ηχούσαν δυνατά στο πατημένο χώμα του δρόμου.

«Όπως στο πέραμα», μουρμούρισε ο Χούριν, «αλλά διαφορετικά». Καθόταν καμπουριασμένος στη σέλα του, με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν να ήθελε να το κρύψει ανάμεσα στους ώμους του. «Υπήρξε βία, αλλά... Δεν ξέρω. Ήταν άσχημα εδώ. Μυρίζει άσχημα»,

«Ούνο», είπε ο Ίνγκταρ, «πάρε μια διμοιρία και ψάξε τα σπίτια. Αν βρεις κανέναν, φέρ’ τον μου στην πλατεία. Αυτή τη φορά όμως μην τους τρομάξεις. Θέλω απαντήσεις, όχι κόσμο να τρέχει για να γλιτώσει». Οδήγησε τους υπόλοιπους στρατιώτες προς το κέντρο του χωριού, ενώ ο Ούνο έβαζε τους δέκα άνδρες του να αφιππεύσουν.

Ο Ραντ κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας τριγύρω. Οι πόρτες που έτριζαν, οι ανεμόμυλοι που έκρωζαν, οι οπλές των αλόγων, τα πάντα έκαναν πολλή φασαρία, σαν να μην υπήρχε άλλος ήχος στον κόσμο. Με το βλέμμα χτένισε τα σπίτια. Οι κουρτίνες ενός ανοιχτού παραθύρου χτυπούσαν την πρόσοψη του σπιτιού. Τα πάντα έμοιαζαν στερημένα ζωής. Αναστέναξε, κατέβηκε από τ’ άλογο και πλησίασε το κοντινότερο σπίτι, και μετά σταμάτησε, κοιτάζοντας την πόρτα.

Είναι μια απλή πόρτα. Τι φοβάσαι; Ευχήθηκε να μην αισθανόταν πως κάτι υπήρχε από την άλλη πλευρά. Την έσπρωξε κι άνοιξε.

Μέσα ήταν ένα περιποιημένο δωμάτιο. Ή ήταν έτσι κάποτε. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για φαγητό, με τις καρέκλες στημένες ολόγυρα, με μερικά πιάτα ήδη σερβιρισμένα. Μερικές μύγες βούιζαν πάνω από πιάτα με γογγύλια και μπιζέλια και αρκετές ακόμα σέρνονταν στο παγωμένο ψητό, που στεκόταν στο παγωμένο λίπος του. Υπήρχε μια μισοκομμένη φέτα στο ψητό, με το πιρούνι ακόμα καρφωμένο στο κρέας και το μεγάλο μαχαίρι που κειτόταν ως τη μέση στο δίσκο, σαν να είχε πέσει από κάποιο χέρι. Ο Ραντ μπήκε μέσα.

Σκοτείνιασμα.

Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι, και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε, Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.

Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έφεξαν όλοι σε μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.

Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—

Σκοτείνιασμα.

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги