Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι και οι κατσαρές μπούκλες του τινάχτηκαν. «Δεν ξέρω, Ραντ. Είσαι ο ίδιος, και δεν είσαι ο ίδιος. Ένας άνδρας που διαβιβάζει· η μητέρα μου με τρόμαζε με τέτοιες ιστορίες, όταν ήμουν μικρός. Δεν έχω ιδέα». Άπλωσε το χέρι και άγγιξε μια γωνιά του λάβαρου. «Νομίζω ότι θα το έκαιγα, ή θα το έθαβα, αν ήμουν στη θέση σου. Και μετά θα έτρεχα, θα έτρεχα τόσο γρήγορα, που καμιά Άες Σεντάι δεν θα με έβρισκε ποτέ. Ο Ματ σ’ αυτό είχε δίκιο». Σηκώθηκε, μισόκλεισε τα μάτια και κοίταξε τον δυτικό ουρανό, που κοκκίνιζε καθώς ο ήλιος βασίλευε. «Είναι ώρα να γυρίσω στο στρατόπεδο. Σκέψου τι σου είπα, Ραντ. Εγώ θα το έβαζα στα πόδια. Αλλά ίσως εσύ δεν μπορείς να τρέξεις. Σκέψου κι αυτό». Τα κίτρινα μάτια του φάνηκαν να κοπάζουν προς τα μέσα, και μιλούσε κουρασμένα. «Μερικές φορές δεν μπορείς να τρέξεις». Έπειτα χάθηκε κι αυτός.
Ο Ραντ κάθισε εκεί γονατιστός, κοιτάζοντας το λάβαρο που ήταν απλωμένο στο χώμα. «Μερικές φορές όμως
Όταν γύρισε στο στρατόπεδο, είχε πάλι το λάβαρο τυλιγμένο στο χοντρό πανί, δεμένο με κόμπους που δεν ήταν καλοφτιαγμένοι σαν της Μουαραίν.
Το φως έσβηνε και η σκιά του χείλους σκέπαζε το μισό λάκκωμα. Οι στρατιώτες ξάπλωναν να ξεκουραστούν, δίπλα στα άλογα, με τις λόγχες έτοιμες να τις σηκώσουν. Ο Ματ και ο Πέριν έστρωναν κοντά στα άλογά τους. Ο Ραντ τους κοίταξε θλιμμένα και μετά έφερε τον Κοκκινοτρίχη, ο οποίος στεκόταν εκεί που τον είχε αφήσει, με τα γκέμια πεσμένα, και πήγε στην άλλη άκρη του λακκώματος, όπου ήταν ο Χούριν παρέα με τον Λόιαλ. Ο Ογκιρανός είχε αφήσει το διάβασμα και εξέταζε το μισοθαμμένο βράχο στον οποίο καθόταν, με τη μακριά πίπα να πηγαινοέρχεται στην επιφάνεια της πέτρας.
Ο Χούριν σηκώθηκε και έκανε προς τον Ραντ μια κίνηση που ήταν σχεδόν υπόκλιση. «Ελπίζω να μην σε πειράζει που έστρωσα εδώ πέρα, Άρχοντα —ε— Ραντ. Άκουγα τον Κατασκευαστή που μου μιλούσε».
«Α, εδώ είσαι, Ραντ», είπε ο Λόιαλ. «Ξέρεις, νομίζω πως κάποτε αυτή η πέτρα ήταν δουλεμένη. Κοίτα, είναι φαγωμένη από τον καιρό, αλλά μοιάζει να είναι κάτι σαν κολώνα. Κι επίσης έχει κάτι σημάδια. Λεν τα βγάζω, αλλά σαν να μου φαίνονται γνώριμα».
«Ίσως τα δεις καλύτερα το πρωί», είπε ο Ραντ. Κατέβασε τα σακίδια από τον Κοκκινοτρίχη.
Έχωσε τα πάντα στο ένα σακίδιο —παραπανίσια πουκάμισα και στενά παντελόνια και μάλλινες κάλτσες, ραφτικά, τσακμακόπετρα και ύσκα, μεταλλικό πιάτο και κύπελλο, ξύλινο κουτί με μαχαίρι και πιρούνι και κουτάλι, ένα πακέτο με ξεραμένο κρέας και ψωμί για ξηρά τροφή, και ό,τι άλλο χρειαζόταν ένας ταξιδιώτης— και μετά στρίμωξε το τυλιγμένο λάβαρο στο άλλο που είχε αδειάσει. Το σακίδιο φούσκωνε, τα λουριά μόλις που έφταναν στις αγκράφες, αλλά βέβαια τώρα φούσκωνε και η άλλη πλευρά. Δεν πείραζε.
Ο Λόιαλ και ο Χούριν φάνηκαν να νιώθουν τη διάθεσή του και τον άφησαν ήσυχο. Ο Ραντ κατέβασε τη σέλα και έβγαλε τα χαλινάρια του Κοκκινοτρίχη, τον έτριψε με τούφες γρασίδι που έκοψε από το χώμα και μετά τον ξανασέλωσε. Αρνήθηκε, όταν του πρόσφεραν κάτι να φάει· του φαινόταν πως τώρα το στομάχι του δεν θα άντεχε ακόμα και το καλύτερο φαγητό. Και οι τρεις έστρωσαν εκεί δίπλα με τον πιο απλό τρόπο, διπλώνοντας μια κουβέρτα για μαξιλάρι και ρίχνοντας έναν μανδύα για να σκεπαστούν.
Τώρα το στρατόπεδο ήταν σιωπηλό, αλλά ο Ραντ έμεινε ξύπνιος, ακόμα κι όταν έπεσε το βαθύ σκοτάδι. Το μυαλό του στριφογύριζε. Το λάβαρο. Τι θέλει να με αναγκάσει να κάνω; Το χωριό.
Τελικά αποκοιμήθηκε εξαντλημένος, και με τον ύπνο τον τύλιξε το κενό, απρόσκλητο, τρεμοπαίζοντας με μια άστατη λάμψη, που του τάραζε τα όνειρα.