«Όλοι οι λογχοφόροι. Όταν εκστρατεύουμε εμείς οι Σιναρανοί, ο καθένας μας ξέρει ποιος είναι επόμενος στην ιεραρχία, αν σκοτωθεί αυτός που έχει τη διοίκηση. Μια αλυσίδα που δεν σπάει, που καταλήγει στον τελευταίο που απομένει ζωντανός, ακόμα κι αν αυτός δεν είναι παρά ένας ιπποκόμος. Καταλαβαίνεις, μ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμα κι αν είναι ο τελευταίος, δεν είναι απλώς ένας κακομοίρης, που τρέχει και παλεύει να επιζήσει. Η διοίκηση περνά στα χέρια του, και το καθήκον τον καλεί να κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. Αν πάω εγώ στο τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας, το καθήκον πέφτει πάνω σου. Θα βρεις το Κέρας και θα το πας εκεί που ανήκει. Θα το κάνεις». Ο Ίνγκταρ τόνισε ιδιαίτερα τα τελευταία λόγια του.
Το δέμα στα χέρια του Ραντ έμοιαζε να ζυγίζει εκατό κιλά. Φως
«Θα κάνεις το καθήκον σου, Ραντ. Αν πάθει κάτι αυτός που είναι επικεφαλής, ό,τι έχει πίσω του καταστρέφεται. Έχουν καταστραφεί πολλά, Ραντ. Πάρα πολλά. Η ειρήνη να χαμογελά στο σπαθί σου, Ραντ αλ’Θορ».
«Ίνγκταρ, δεν—» Αλλά ο Ίνγκταρ απομακρυνόταν, ρωτώντας μεγαλόφωνα αν ο Ούνο είχε στείλει τους ανιχνευτές.
Ο Ραντ κοίταξε το δέμα στα χέρια του κι έγλειψε τα χείλη του. Φοβόταν πως ήξερε τι είχε μέσα. Ήθελε να κοιτάξει, αλλά επίσης ήθελε να το πετάξει στη φωτιά χωρίς να το ανοίξει· σκεφτόταν πως θα το έκανε, αν ήταν σίγουρος ότι αυτό που είχε μέσα μπορούσε να καεί. Αλλά δεν θα το κοίταζε εδώ, όπου ίσως το έβλεπαν κι άλλα μάτια.
Έριξε μια ματιά στο στρατόπεδο. Οι Σιναρανοί ξεφόρτωναν τα υποζύγια και μερικοί είχαν ήδη αρχίσει να μοιράζουν το κρύο φαγητό, ξεραμένο κρέας και ψωμί. Ο Ματ και ο Πέριν φρόντιζαν τα άλογά τους και ο Λόιαλ καθόταν σ’ έναν βράχο διαβάζοντας ένα βιβλίο, με τη μακριά πίπα σφιγμένη στα δόντια του και ένα συννεφάκι καπνού πάνω από το κεφάλι του. Ο Ραντ άρπαξε το δέμα σαν να φοβόταν ότι θα του έπεφτε, και χώθηκε στα δέντρα.
Γονάτισε σ’ ένα μικρό ξέφωτο, που το προστάτευαν κλαριά με πυκνά φύλλα, και ακούμπησε το δέμα στο έδαφος. Για λίγη ώρα μονάχα το κοίταζε.
Όταν έλυσε και τον τελευταίο κόμπο, ξεδίπλωσε αυτό που ήταν μέσα με χέρια μουδιασμένα, και στάθηκε ατενίζοντάς το, με στόμα γεμάτο σκόνη. Ήταν μονοκόμματο, ούτε υφασμένο, ούτε βαμμένο. Ένα λάβαρο, άσπρο σαν το χιόνι, τόσο μεγάλο που σίγουρα θα φαινόταν από κάθε μεριά του πεδίου της μάχης. Και πάνω του παρήλαυνε μια κυματιστή μορφή σαν φολιδωτό ερπετό, χρυσό και πορφυρό, αλλά ένα ερπετό με τέσσερα φολιδωτά πόδια, που καθένα κατέληγε σε πέντε χρυσά γαμψώνυχα, ένα ερπετό με μάτια σαν τον ήλιο και χρυσή λιονταρίσια χαίτη. Το είχε δει άλλη μια φορά, και η Μουαραίν του είχε πει τι ήταν. Το λάβαρο που είχε ο Λουζ Θέριν Τέλαμον, ο Λουζ Θέριν ο Σφαγέας, στον Πόλεμο της Σκιάς. Το λάβαρο του Δράκοντα.
«Για δες! Για δες τι βρήκε τώρα!» Ο Ματ μπήκε ορμητικά στο ξέφωτο. Ο Πέριν τον ακολούθησε, πιο αργά. «Πρώτα φανταχτερά πανωφόρια», είπε οργισμένα, «και τώρα λάβαρο! Τώρα να δεις πώς θα μας ζαλίσει ο άρχοντάς μας, με—» Ο Ματ πλησίασε και είδε το λάβαρο καθαρά, και έμεινε χάσκοντας. «Φως μου!» Έκανε ένα βήμα πίσω, παραπατώντας. «Κάψε με!» Ήταν κι αυτός εκεί, όταν η Μουαραίν είχε ονομάσει το λάβαρο. Το ίδιο και ο Πέριν.
Ο Ραντ ένιωσε να ξεχειλίζει από μέσα του ο θυμός, θυμός για τη Μουαραίν και την Έδρα της Άμερλιν, που τον έσπρωχναν και τον τραβούσαν από δω κι από κει. Αρπαξε το λάβαρο με τα δύο χέρια και το κούνησε μπροστά στον Ματ, με τις λέξεις να βγαίνουν μόνες τους από το στόμα του. «Σωστά! Το λάβαρο του Δράκοντα!» Ο Ματ έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Η Μουαραίν θέλει να γίνω μαριονέτα, με την Ταρ Βάλον να κινεί τα νήματα, ένας ψεύτικος Δράκοντας για τις Άες Σεντάι. Θα με στριμώξει να το κάνω, ό,τι κι αν Θέλω εγώ. Αλλά-δεν-θα-με-χρησιμοποιήσει-κανείς!»
Ο Ματ είχε κολλήσει στον κορμό ενός δέντρου. «Ένας ψεύτικος Δράκοντας;» Κατάπιε. «Εσύ; Είναι... είναι τρέλα».