Ήταν ένας άνδρας, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα πάνω στις πόρτες, με χοντρά καρφιά στους καρπούς και τους ώμους. Είχαν καρφώσει κι άλλα καρφιά στα μάτια του για να μην γέρνει το κεφάλι. Στα μάγουλα υπήρχαν ρυάκια από σκούρο, ξεραμένο αίμα. Τα ξυσμένα σημεία στο ξύλο πίσω από τις μπότες του έδειχναν ότι ο άνθρωπος ήταν ζωντανός όσο κρατούσε αυτό. Ή, τουλάχιστον, όταν είχε αρχίσει.

Του Ραντ του κόπηκε η ανάσα. Όχι άνθρωπος. Αυτά τα μαύρα ρούχα, πιο μαύρα κι από το μαύρο, ποτέ δεν τα είχε φορέσει ανθρώπινο ον. Ο άνεμος που φυσούσε ανασήκωσε τη μια γωνιά του μανδύα, ο οποίος ήταν πιασμένος πίσω από το πτώμα —ο Ραντ ήξερε καλά πως δεν ήταν πάντα έτσι· ο άνεμος παλιά δεν άγγιζε αυτά τα ρούχα— αλλά ποτέ δεν είχε μάτια αυτό το κατάχλομο πρόσωπο.

«Μυρντράαλ», είπε ξέπνοα, και ήταν σαν να είχε ελευθερώσει τους άλλους. Άρχισαν πάλι να κινούνται και να ανασαίνουν.

«Ποιος», έκανε ο Ματ, και αναγκάστηκε να σταματήσει και να ξεροκαταπιεί. «Ποιος μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα σε Ξέθωρο;» Η φωνή του στο τέλος βγήκε ψιλή.

«Δεν ξέρω», είπε ο Ίνγκταρ. «Δεν ξέρω». Κοίταξε γύρω, μελετώντας τα πρόσωπα τους, ή ίσως μετρώντας, για να βεβαιωθεί πως όλοι ήταν εκεί. «Και δεν νομίζω να μάθουμε τίποτα εδώ. Φύγαμε. Στα άλογα! Χούριν, βρες τα ίχνη που φεύγουν από αυτό το μέρος».

«Ναι, Άρχοντά μου. Ναι. Ευχαρίστως. Κατά κει, Άρχοντά μου. Ακόμα κατευθύνονται νότια».

Έφυγαν, αφήνοντας τον νεκρό Μυρντράαλ εκεί που κρεμόταν, με τον αέρα να κουνά το μαύρο μανδύα του. Ο Χούριν βγήκε πρώτος από το τείχος, χωρίς αυτή τη φορά να περιμένει τον Ίνγκταρ, αλλά κι ο Ραντ δεν καθυστέρησε.

<p>11</p><p>Λαμπυρίσματα στο Σχήμα</p>

Αντίθετα από άλλες φορές, ο Ίνγκταρ έδωσε τέλος στην πορεία τους εκείνη τη μέρα όταν ακόμα ο ήλιος έλαμπε χρυσός πάνω από τον ορίζοντα. Οι σκληραγωγημένοι Σιναρανοί ένιωθαν το άγγιγμα όσων είχαν δει στο χωριό. Ο Ίνγκταρ δεν είχε σταματήσει άλλοτε τόσο νωρίς, και το μέρος που διάλεξε για να στρατοπεδεύσουν έμοιαζε με μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να αμυνθούν. Ήταν ένα βαθύ λάκκωμα, σχεδόν στρογγυλό, αρκετά μεγάλο για να χωρά με άνεση τους ανθρώπους και τα άλογα. Ένα αραιό δασάκι από χαμόδεντρα και σημύδες κάλυπτε τις εξωτερικές πλαγιές. Το χείλος ήταν αρκετά ψηλό για να κρύψει τους ανθρώπους στο στρατόπεδο, ακόμα και χωρίς τα δέντρα. Με τέτοιο ύψος, ήταν σωστός λόφος γι’ αυτή την περιοχή.

«Λέω μόνο, που να καώ», έλεγε ο Ούνο στον Ράγκαν, καθώς αφίππευαν, «ότι την είδα. Λίγο πριν βρούμε τον γιδόφιλο τον Ημιάνθρωπο. Η ίδια γυναίκα που ήταν και στο καμένο το πέραμα. Τη μια στιγμή ήταν εκεί, και την άλλη δεν ήταν, που να καεί. Πες ό,τι θες, καμένε, αλλά πρόσεχε πώς το λες, αλλιώς θα σε γδάρω με τα ίδια μου τα χέρια και θα κάψω το καμένο το τομάρι σου, προβατόσπλαχνε».

Ο Ραντ κοντοστάθηκε, με το ένα πόδι στο χώμα και το άλλο σον αναβολέα. Η ίδια γυναίκα; Μα δεν υπήρχε γυναίκα στο χωριό με το πέραμα, μονάχα μερικές κουρτίνες που τις φυσούσε ο αέρας. Και να υπήρχε, δεν θα έφτανε στο χωριό πριν από μας. Στο χωριό...

Προσπάθησε να αποφύγει τη σκέψη. Πιο πολύ κι από τον Ξέθωρο που ήταν καρφωμένος στην πόρτα, ήθελε να ξεχάσει εκείνο το δωμάτιο, και τις μύγες, και τους ανθρώπους που μια υπήρχαν και μια δεν υπήρχαν. Ο Ημιάνθρωπος ήταν πραγματικός —όλοι τον είχαν δει— αλλά το δωμάτιο... Ίσως τελικά τρελάθηκα. Ευχήθηκε να ήταν εκεί η Μουαραίν για να της μιλήσει. Ζητάς μια Άες Σεντάι. Είσαι στ’ αλήθεια βλάκας. Καλά κατάφερες να ξεφύγεις, μην ξαναμπλέξεις τώρα. Μα ξέφυγα; Τι συνέβη εκεί;

«Τα φορτωμένα άλογα και οι προμήθειες στη μέση», διέταξε ο Ίνγκταρ, καθώς οι λογχοφόροι έστηναν το στρατόπεδο. «Περιποιηθείτε τα άλογα και μετά ξανασελώστε τα, σε περίπτωση που χρειαστεί να μετακινηθούμε γρήγορα. Ο καδένας θα κοιμηθεί πλάι στο άλογό του, και απόψε δεν θα ανάψουμε φωτιές. Οι σκοπιές αλλάζουν κάθε δύο ώρες. Ούνο, θέλω να βγουν ανιχνευτές, να πάνε όσο πιο μακριά μπορούν και να επιστρέψουν πριν σκοτεινιάσει. Θέλω να ξέρω τι υπάρχει εκεί».

Перейти на страницу:

Поиск

Книга жанров

Похожие книги